Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Άπαντες εναντίον Συριζα



Και ήρθε το σωτήριο έτος 2015 και βγήκε ο Συριζα κυβέρνηση. Ανάσταση είπαμε και ανασκουμπωθήκαμε όλοι για δουλειά, πολίτες και κυβέρνηση, να ξαναχτίσουμε τα χαλάσματα από την αρχή. Να ξαναφτιάξουμε αυτόν τον τόπο. Έτσι νομίζαμε. Γιατί έγινε το σώσε. Πέσαν όλοι επάνω του να τον φάνε. Να του κάνουν τον βίο αβίωτο. Να του γίνει το έτος, ολέθριο.

Κι ο κόσμος που δεν κοροϊδεύεται εύκολα πια, αναρωτιόταν και ξαναναρωτιόταν, ρε μπας και κάναμε λάθος πάλι; Μα αυτή τη φορά ήμασταν απολύτως σίγουροι, αντέλεγαν μαχητικοί κι εκνευρισμένοι. Και τους εχθρούς μας να βγάζαμε πάλι καλύτερα θάταν. Ένα ψωμί πικρό θα τότρωγες. Υπήρχε τίποτα καλύτερο και δεν το ψηφίσαμε; Πως την πατήσαμε έτσι. Ποιο είναι το κόμμα που μας ξέφυγε ρε παιδιά. Εδώ κάναμε 70 χρόνια να μονιάσουμε με τους δεξιούς που δεν ήταν δοσίλογοι και τώρα μας λέτε ότι ήταν λάθος.

Τότε που λέτε, συμβήκανε όλα τα θάματα και οι χρησμοί του κόσμου. Όλες οι Διεθνείς παλιές και νέες, συνεδρίαζαν ασταμάτητα να αντιμετωπίσουν το γεγονός. Μόνος του σαν την καλαμιά στον κάμπο ο Συριζα. Μπαταριές από παντού. Ξέφευγε και καμιά αδέσποτη από τους δικούς του. Έτσι είναι ο πόλεμος. Βγήκαν στην επιφάνεια  όλες οι προφητείες του Νοστράδαμου και του Ζωροάστρη και λυσσομανούσαν να επαληθευτούν. Κανονική συντέλεια του κόσμου όπως κραυγάζουν οι ιεχωβάδες της αριστεράς και οι ιεχωβάδες της δεξιάς στις συναγωγές τους. Χάβρα πραγματική. Κακό που μας βρήκε, ολοφύρονταν οι δημοσιογράφοι που πρωτοστατούσαν. Σχίζαν τα ιμάτιά τους από οργή κάθε βράδυ. Τα πράγματα τα αγρίεψαν πολύ, όσο μπορούσαν. Γίναν αφόρητα. Ώσπου ο κόσμος τσαντίστηκε κι έλεγε, μαζί σας, αξίζει τον κόπο να τους χαλάσουμε τα σχέδια Συριζαίοι. Γιατί αν δεν βάλεις μια στάλα Αριστοφάνη και σαρκασμό Σωκράτη, ούτε διαβάζεται το κείμενο, ούτε γράφεται το άτιμο. Σε πιάνει κατάθλιψη. Μόνο σατυρικά μπορείς να μιλάς για δαύτους.

Αλλά έχει και συνέχεια. Δεν μας έφταναν οι ντόπιοι χατζιαβάτηδες και οι διεθνείς δραχμοφονιάδες που μάζευαν και το τελευταίο λεπτό του κοσμάκη, στο τέλος μπήκαν στο παιχνίδι και τα κολλητήρια των Εξαρχείων. Μπαμπάκο-μπαμπάκο να παίτσω κι εγώ τώρα που είναι τζάμπα. Θελαν κι αυτά να ρίξουν καρπαζιές στο Συριζα. Όπως  βλέπαν στον μπερντέ.  Μην συζητάς φίλε, έγινε της κακομοίρας.  

Και σαν να μην έφτανε αυτό, μόλις άνοιξε ορθάνοιχτες τις πόρτες να περιθάλψει ότι μπορούσε από ένα λαό κατατρεγμένο και τρελαμένο από τα βάσανά του, να δώσει συσσίτιο και φως στα μπουντρούμια που δεν βλέπαν τα παιδάκια να διαβάσουν, να δώσει μια ανθρωπιά στις φυλακές και τα κολαστήρια, μπουκάραν οι αναρχοαυτόνομοι και οι αντεξουσιαστές να σπάσουν τις πόρτες της λευτεριάς! Ρε παιδιά ανοιχτά είναι, τι ορμάτε. Μπράβο στους  μπαρουτοκαπνισμένους εικοσάρηδες και δεκαεξάρηδες αγωνιστές, ενάντια στην κρατική βία του Σύριζα. Άντε να μην πω τίποτα άλλο. Γιαυτό γράφαν οι παλιοί ποιητές για την φαιδρά πορτοκαλέα. Έτσι αβασάνιστα νομίζετε βγαίνουν τα ποιήματα. Κάτι ξέρουν.

Τόσο δε απελέκητος ο αντεξουσιαστής μας, που θέλει να καταργήσει το κράτος αμέσως κιόλας, εδώ και τώρα, ώστε στα 30ντα του το πολύ, να ζήσει ανέμελος την αταξική κοινωνία και τον παράδεισό της. Τέτοια δεν λένε ούτε στα ψυχιατρεία. Πιστεύουνε ακόμη τα παραμύθια των δασκάλων τους, που μείναν μετεξεταστέοι μαζί με τους θρησκευτικούς συναδέλφους τους. Σαν να άκουγες τροπάρια αγίων. Στις αρχές μάλιστα χρόνια πριν, οι εργάτες νόμιζαν ότι κάναν πλάκα.

Πώς να του εξηγήσω εγώ τώρα ότι το κράτος δεν πρόκειται να καταργηθεί ποτέ και δεν πρέπει. Επ΄ ουδενί.  Γιατί αλλιώς αλλοίμονο. Ότι ίδρωσε ο άνθρωπος μέχρι να το φτιάξει. Αν και το πελέκαγε από τότε που υπάρχει. Άντε να καταλάβει κάτι τέτοιο. Ότι το προσπαθούσε από πάντα σε ερευνητικές μορφές, γιατί πριν τρώγαν ο ένας τον άλλον πραγματικά. Πως να το μάθει αυτό το δύσκολο. Ούτε θα μαραθεί σιγά-σιγά που έλεγε ο Βλαδίμηρος, ούτε τίποτα άλλο τέτοιο ή παρόμοιο. Γιατί το βέλος του χρόνου δεν γυρίζει πίσω. Όποιος χάνει την αθωότητά του την κάνει βία. Γιατί, να στο πω πρόχειρα κι από κει και ύστερα μελέτα μόνος σου, το μυαλό του ανθρώπου, εσύ κι εγώ, είναι θαυματουργό και γεννάει επιστήμη και αυτή γίνεται εξέλιξη και αυτή καπιταλισμός. Δεν μπορεί δηλαδή να καλωσορίζεις την τεχνολογία και τις ευκολίες παραγωγής χωρίς το ανεξέλεγκτο που γεννάνε, το κέρδος. Αυτό αν καταλάβεις σου φτάνει να βρεις ένα μπούσουλα στο μυαλό σου.

Αλλά και συ νέε αναρχικέ συμπολίτη, που δε πρόφτασες να κάνεις τίποτα στην ζωή σου λόγω ηλικίας και συμφωνώ δεν φταις εσύ καθόλου σε αυτό το κακό που γεννήθηκες, όμως είπες κρυφά μέσα σου, να κάνω και εγώ κάτι σε αυτή τη ζωή, να μην μείνω στην απέξω όπως λες στη γλώσσα σου, να ηρωποιηθώ στους φίλους μου κομμάτι και στο κορίτσι που με γλυκοκοιτάζει, γιατί τώρα στην αναμπουμπούλα κολλάει το σίδερο. Μετά θα είναι αργά. Θα τα πιάσουν όλα τα στασίδια. Να πω κι εγώ στη μάνα μου που όλο μου γκρινιάζει, εγώ ρε μάνα αποφυλάκισα τους αγωνιστές της δημοκρατίας, χάρις σε εμένα τους έβγαλε ο Τσίπρας που δεν ήθελε. Εγώ τον πίεσα! Μπράβο αγόρι μου! Μπράβο να αναφωνήσει η μάννα. Αυτό θέλει να ακούσει. Να νιώσει κάτι. Όχι ένα τίποτα που νιώθει τώρα.

Προσωπικά, δεν θέλω καθόλου να είμαι ανεκτικός με τους Αντεξουσιαστές. Όχι θεωρητικά αλλά πρακτικά. Δώσαν τις εξετάσεις τους και απέτυχαν. Τους έζησα. Δεν θέλω να με κάνουν αυτοί συνεργό τους με την αδιαμαρτύρητη στάση μου, με το να μην μιλάω, όταν καταστρέφουν τα πάντα, κτήρια, πολιτισμό, αγάλματα, ξένο ιδρώτα τίμιο, ότι βρουν μπροστά τους. Γιαυτό τα γράφω. Αυτό θα το κάνει η υποκρισία ή ανεπάρκεια των ανανεωτικών, και θα βλέπει με κατανόηση τα παιδιά. Γιατί τους ανεχτήκαμε 40 χρόνια. Αρκεί. Πρέπει να προφυλαχτούμε από αυτούς οι πολίτες. Δεν το κατέκτησαν με τον πολιτικό τους μόχθο μέσα στην ελληνική κοινωνία. Δεν κατάλαβαν ποτέ το μεροκάματο του πατέρα τους.

Κατέληξαν επαγγελματίες προβοκάτορες σε κάθε λαϊκή προσπάθεια. Δεν άφησαν ούτε μία. Να την τσακίσουν, να την διαλύσουν, να την φοβίσουν, να την αποπροσανατολίσουν όσο μπορούσαν. Να μην πηγαίνουν στις διαδηλώσεις και τις εργατικές διαμαρτυρίες. Να αφήσουν τα παιδιά τους και τις υποχρεώσεις τους, και να πάνε στο μέτωπο για την αναρχική κοινωνία. Ψυχιατρείο. Έγιναν η χαρά των δημοσιογράφων. Να συκοφαντεί το σύστημα την Αριστερά, ως συγγενείς ιδεολογίες τάχα. Δεν πρέπει κανείς να τους παίρνει σοβαρά καθόλου, γιατί ο στρατός τους, είναι προς ντροπή, χρησιμοποιούν 15- 25 το πολύ παιδάκια, άκαπνα εργασίας, να τα κατεβάζουν στους δρόμους. Αυτές είναι οι σπουδές τους, αυτό έμαθαν να κάνουν.

Ψάχνεις να βρεις κάτι το θετικό αλλά δεν το βρίσκεις. Τόση καταστροφή απίστευτη, ακατανόητη, στην αποθέωσή της. Χωρίς λόγο. Παίρνω  τέσσερις δεκαετίες και τις ψάχνω. Δεν βρίσκω τίποτα. Καταστροφές-καταλήψεις-μπάχαλο-μολότοφ- φωτιές μόνο. Πάλι και πάλι. Αυτό είναι το πεντάπτυχό τους. Αποτέλεσμα μηδέν και χειρότερα, πάνε πίσω οι αγώνες του κοσμάκη, κατασυκοφαντημένοι από δαύτους. Αυτό είναι που κατακυριαρχεί με δέος στην αντίληψη όλων μα όλων των πολιτών. Κωλόπαιδα τους ανεβάζουν, μαλακισμένα τους κατεβάζουν. Ασφαλίτες τους στολίζουν, ανεγκέφαλους και χουλιγκάνους τους κράζουν. Οι πατεράδες τους και οι παππούδες τους έχτιζαν. Αυτοί γκρεμίζουν. Αλλά δεν γκρεμίζουν τον καπιταλισμό. Γκρεμίζουν οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτόν. Όλες τις ανθρώπινες αξίες, όλες τις προσπάθειες των ανθρώπων. Ο δε καπιταλισμός, τρίβει τα χέρια του, γιατί κάνουν ότι και αυτός. Καταστρέφουν. Βρίσκει τα επιχειρήματά του μέσα από τις πρακτικές τους. Κατασυκοφαντεί με τη σειρά του.                                                         

Πιστεύω ήταν ένα κίνημα, ξένο σώμα μέσα στην ελληνική κοινωνία, ανεξήγητο  μεταπολιτευτικό φρούτο, χωρίς ρίζες και ιστορία, μοδάτο και ξενόφερτο, ένα μιμητικό και μαϊμουδιασμένο πράγμα, ξεπατικοσούρα κακότεχνη, που δεν είχε  αρχές, κοινωνικό ήθος, εργατική τέτοια παράδοση, με μηδενική αισθητική που κατακρημνίστηκε μόνο του στα τάρταρα του πεντάπτυχου. Και αυτό δεν έχει διερευνηθεί καθόλου. Πως τρύπωσαν μέσα σε αυτό τον λαό; Με τέτοιο πολιτισμικό  παρελθόν, που δεν είχε ψήγματα τέτοια.

Αλλά αρχίζει πολύ πιο πίσω το θέμα. Το φοιτητικό κίνημα σάπισε μαζί με όλα ανεξαιρέτως τα κομμάτια του. Φαινόταν από μακριά δεκαετίες πριν. Είχαν επιλέξει όχι μόνο την καταστροφή του, αλλά και την καταστροφή των άλλων. Τα κόμματα λύσσαξαν εκεί μέσα. Βυσσοδομούσαν. Έκαναν χώρο πολιτικού εκβιασμού τα πανεπιστήμια. Μετέφεραν συνέχεια το κοινοβούλιο στους δρόμους και τους φοιτητικούς χώρους. Οι φοιτητικές παρατάξεις νικούσαν όλες μαζί πάντα στις εκλογές τους. Καταλαβαίνεις σοβαρότητα. Θαύματα με τους αριθμούς. Τους κοίταζαν τα μαθηματικά αποσβολωμένα. Πως γινόταν αυτό σε τούτο τον μικρό καταδιαστρεβλωμένο τόπο. Μυστήριο.

Εκεί ακριβώς και σε αυτές τις συνθήκες τρύπωσε το αναρχοαυτόνομο κίνημα κι έκανε την καριέρα του. Άρπαξαν το επιχείρημα από την μεταπολίτευση, με κέντρο την απίστευτη ολοκληρωτική εκμετάλλευση του πολυτεχνείου, σαν πολιτικό και κομματικό εμπόριο, που ήκμαζε μαζί με τα ναρκωτικά του λόγου και της ρητορείας, από όλα τα μεταπολιτευτικά κόμματα. Οργανώθηκε από όλες τις ομάδες και σκάφτηκε στα θεμέλια  του και τα σωθικά του, μπας και απέμεινε τίποτα για κομματική, πολιτική και όποια άλλη ιδιοτελέστατη προσωπική εκμετάλλευση. Πάνω στο πολυτεχνείο έστησαν όλοι τους εμετούς τους.

Οι αναρχικοί φάσισαν την απομόνωσή τους και την κακομοιριά τους στην συνέχεια γιατί δεν την άντεχαν, και την έκφρασαν στις καταλήψεις κάνοντας ιδιωτικό τον θεσμό, και κατάντησαν το πολυτεχνείο να ανήκει σε αυτούς μόνο, και τους μπάτσους απ έξω να τους δίνουν ζωή και λόγο ύπαρξης . Διαρκώς υπό κατάληψη. Εμείς οι υπόλοιποι πολίτες δεν καταλάβαμε ποτέ, γιατί μας απαγόρευαν να πλησιάσουμε ή να μπούμε στα κατειλημμένα κτήρια ακόμα και για ανάγκες μας. Τίνος ήταν και είναι τα κτήρια, των φοιτητών και των αναρχοαυτόνομων; Γιατί υπήρχαν και από άλλες φοιτητικές ομάδες κάτι παιδάκια μπουμπούκια, που συνέβαλαν. Από πού κι ως που δικά σας.

Αν θέλετε να προσφέρετε στην εργατική τάξη, στις μανάδες σας και τους πατεράδες σας, τους πολίτες και τον λαό, και να μπείτε κι εσείς ως παιδιά του στην προσπάθεια για έναν καλύτερο κόσμο, σε αυτό το έστω κουτσό λαϊκό  με τα κουσούρια του κίνημα, με τον φόβο και τον τρόμο που τον διακατέχει, την αλλοτρίωσή του και την εν πολλοίς δουλοπρέπειά του στο αφεντικό, πρέπει να ξεχάσετε τις καταστροφές απνευστί και χωρίς άχνα. Αδιαπραγμάτευτα. Το ίδιο και εξ ίσου τις απανταχού καταλήψεις και δη στο φοιτητικό κίνημα. Και τότε το συζητάμε. Και χωρίς τις μολότοφ βέβαια. Τότε θα βγουν και οι κουκούλες από μόνες τους ως αχρείαστες πια.

Γιατί αυτό το κίνημα από γεννησιμιού του ήταν κίβδηλο. Μια ατομική φαντασίωση του εγώ, κι άλλη μια του καθαρού θρησκευτικού παραδείσου, προβλημένη και μασκαρεμένη σε πολιτική, από τον Μπακούνιν, τον Κροπότκιν και τον Προυντόν στον πραγματικό κόσμο, που οι ίδιοι δεν καταλάβαιναν καθόλου τι γινόταν γύρω τους. Κάτι σαν τρικ με τις εικόνες που κλαίνε. Τόσο απλοϊκά τόσο εύκολα θα αλλάξουν οι κοινωνίες. Γιαυτό δεν κατάφερε τίποτα και ποτέ. Και όχι, ως βολεύεστε κάποιοι να λέτε, ότι το κίνημα δεν ήταν ώριμο και η εργατική τάξη ανέτοιμη. Αυτό το παραμύθι των παραμυθιών ξεχάστε το. Γιατί αν ήταν ώριμη θα έτρεχε σε σας.

Δεν νομίζετε ότι χρειάζεται να κάνετε έναν απολογισμό απέναντι στον κατατυραννισμένο ελληνικό λαό που του τον οφείλετε; Γιατί σε αυτόν απολογούμαστε και όχι στον εαυτό μας ή στην μικροπαρέα μας που μας επιβεβαιώνει πάντα. Για την δράση σας τα τελευταία μεταπολιτευτικά χρόνια αναρχοαυτόνομε;

Αλλιώς, θα είστε γεμάτοι ασφαλίτες, με διεθνείς πράκτορες ελέγχου της τρομοκρατίας με ή χωρίς εισαγωγικά, που έχουν στρατοπεδεύσει στα σπλάχνα σας μόνιμα και το ξέρετε και σας τρώει. Αλλά δεν μπορείτε να κάνετε αλλιώς. Εν ονόματι της ηλίθιας και αγράμματης ιδεολογία σας, της πιο πανάρχαιας θρησκευτικής αφέλειας που γνώρισε η ανθρωπότητα, πάνω σε  δυο αστήρικτες παλιοκουβέντες που έλεγαν οι γκουρού σας, περί πολέμου ενάντια σε κάθε εξουσία, και κοινωνίες χωρίς οργάνωση και νόμους, χωρίς κράτος δηλαδή. Γιατί κάθε είδους οργάνωση είναι υβρίδιο του κράτους.