Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2008

Δημόσιο καθαρτήριο

Ο δημόσιος αυτοσαρκασμός, είναι το ξέπλυμα του εαυτού μας. Και μάλιστα από εμάς τους ίδιους.! Τι θράσος! Ανεστραμμένος ως προτέρημα κιόλας, ως αυτοκριτική τάχα. Και δεν το πήρε είδηση κανείς. Τι παραλλαγή, τι τέλεια κάλυψη!
Τι γίνεται στα πονηρά μυαλά μας; Τι οντολογική περίπτωση είμαστε σαν είδος.
Έτσι κατόρθωσε για έναν αιώνα τουλάχιστον, να νομιμοποιεί τα χειρότερά μας, αρκεί να τα σαρκάζουμε δημόσια και έτσι να τα κάνουμε αποδεκτά. Αυτό έλεγε η νέα συνταγή. Χωρίς να πάρουν είδηση οι άλλοι για αυτήν την πράξη μας. Δημόσιο καθαρτήριο. Η πιο πονηρή εξομολόγηση που σκαρφιστήκαμε ποτέ. Τι απάτη! Η μέγιστη!
Στο τέλος νομιμοποιούνται όλα, και γίνονται και γουστόζικα! Οι δε ΄΄ειδικοί΄΄ στο χώρο της σημειολογίας και της ανάλυσης, του αποδίδουν και στυλ. Τα έχετε διαβάσει ή ακούσει αυτά τα βλακώδη πιστεύω από συγγραφείς επώνυμους ή ψευδώνυμους, όπως και καλλιτέχνες.

΄΄Ναι μεν ήταν ένα κτήνος, αλλά είχε στυλ. Να φαντασθείτε, πριν από κάθε εκτέλεση ο δήμιος Αρμάντο, ιεροτελεστούσε την πράξη του. Καθόταν απέναντι από τον ετοιμοθάνατο χωρίς ποτέ να τον κοιτάει στα μάτια, του άνοιγε ο υπηρέτης του ένα κόκκινο πάντα καλό κρασί, άναβε με μια ακαταμάχητη επιδεξιότητα την πίπα του, μύριζε ηδονικά τον φελλό, και ύστερα έβαζε αργά-αργά σε φίνο κολονάτο κρύσταλλο τον μέλαινα ζωμό του. Ήταν ένα πράγματι γοητευτικό θέαμα, σε σημείο που πολλές φορές ο μελλοθάνατος παρασυρόταν ευχάριστα και ξεχνούσε τον λόγο για τον οποίο βρισκόταν εκεί. Η μεθοδικότητα, η σιγουριά και η φυσιολογικότητα του Αρμάνδο, έκανε το θύμα να νομίζει ότι έβλεπε όνειρο. Ο ίδιος τα βράδια στο σαλέ του Κομπέρ που σύχναζε, συνήθιζε να λέει με εκείνο το αριστοκρατικό του ύφος, ότι μισούσε τον εαυτό του εκείνες τις στιγμές και τον κατακεραύνωνε με τα χειρότερα επίθετα που είχε μάθει. Όμως ήταν το πάθος του και το ήξερε. Ο φόνος των άλλων από τα χέρια του, ήταν μια ακατανίκητη επιθυμία μέσα του. Συνωμοσία του σύμπαντος απέναντι του. Πολλές φορές όταν μεθυσμένος πια έβαζε τα κλάματα και ξεσπούσε, οι άλλοι τον βλέπαν με συμπάθεια και τον κερνούσαν ένα τελευταίο, χτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη. Έφτανε τότε να βλέπει με συμπάθεια τον εαυτό του, για τα τέρατα που είχε κληρονομήσει από την ζωή του.΄΄

Και δεν αναφέρομαι και δεν συμπεριλαμβάνω βέβαια σε αυτό, τα μικροπταίσματα και τις μικροπαραβάσεις μας, όπως και τα λάθη μας. Αλλά μόνο τα μεγάλα
Γιατί δεν πρόκειται για μια προσωπική ιδιωτική εκμυστήρευση σε κάποιον φίλο, να βγει το βάρος από πάνω μας, να αλαφρώσει ΄΄η ψυχή μας΄΄. Αλλά δημόσια!
Γιατί, ως στοιχείο αυτοκάθαρσης, ως ανάγκη κριτικής, μετάνοιας ή εσωτερικής συντριβής που βγαίνει προς τα έξω και ιαίνει τον συγγραφέα και τους αποδέκτες ή τα θύματα των πράξεών μας, λειτούργησε ελάχιστο, στους πρώτους που ένιωσαν ειλικρινή αυτήν την ανάγκη. Μόλις όμως ο δόλος πήρε είδηση ότι μπορεί έτσι να ωραιοποιήσει και να απάλειψη τα εγκλήματά του, έγινε εξαιρετικό εργαλείο στα πολεμοφόδια του σοφιστή.
Γιατί το ερώτημα πιο ώριμο τώρα από την απάτη του δόλου, καταλήγει πλέον : και επειδή μας ομολόγησες δημόσια και αυτοσαρκαστικά, λογοτεχνικά και με στυλ τα εγκλήματά σου, σημαίνει ότι διέφυγες τον νόμο; Μα αυτό είναι πολύ βολικό, να το μάθουμε καλλίτερα να το κάνουμε και εμείς. Έτσι θα καταργήσουμε και τα έξοδα της πανάκριβης δικαιοσύνης. Πράγματι για γέλια είναι.