Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2007

Ντοπιολαλιές

Οι δε ντοπιολαλιές των λαών , είναι το χρυσάφι των γλωσσών τους.
Είναι πιο σημαντικές και από τις ίδιες τις εθνικές γλώσσες. Χωρίς αυτές δεν υπάρχουν εθνικές γλώσσες. Αυτές είναι τα πρωτογενή κύτταρά τους.
Εκεί βρίσκεται η πρώτη και κύρια ανανέωση της κάθε γλώσσας, πριν χρειασθεί να καταφύγει σε άλλες ξένες γλώσσες για δάνεια από αυτές, για την ανανέωσή της και την διατήρησή της ζωντανής.
Εκεί πια είναι κάθε τι αποτυπωμένο ανάγλυφα. Η ιστορία, η τεχνολογία της κάθε εποχής, τα τοπικά ήθη, οι παραδόσεις, τα έθιμα, οι αντιθέσεις, οι λογικές, οι ιδέες, οι ιδεολογίες, οι ολοζώντανες μικρολεπτομέρειες της ζωής.
Όταν οι ντοπιολαλιές ατροφούν και εξασθενούν με την μετοίκηση στην πρωτεύουσα πόλη ή αλλού, τότε οι εισαγωγές από άλλες γλώσσες διογκώνονται επικίνδυνα για κάθε εθνική γλώσσα. Είναι τότε που κινδυνεύει να παραμορφωθεί και να μην αναγνωρίζεται έντονα και αισθητά διακριτά.
Γιατί το πρώτο που κάνει ένας λαός αυθόρμητα, με μια ενστικτική σκέψη, όταν αισθάνεται ότι κάτι αρχίζει να του λείπει στον πλούτο της καθημερινής του έκφρασής, καθώς περνά ο καιρός και ο κόσμος εξελίσσεται ακατάπαυστα, είναι να βρει ξεχασμένα ή παροπλισμένα αποθέματα λέξεων και εννοιών, στις αποθήκες των ντοπιολαλιών του. Εκεί υπάρχει διαρκώς ένα αστείρευτο γλωσσικό ορυχείο. Με γνήσιο, ακατέργαστο ίδιο υλικό, συμβατό με το σώμα της εθνικής γλώσσας. Ευκολόχρηστο και μη απορριπτέο ποτέ, σαν συγκολλημένο με το ζόρι, έξω από την αρμονία της γλώσσας.

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2007

Περί γλώσσας 6

Η γλώσσα είναι ιστορία κυρίως. Αλλά έτσι δεν το βλέπει κανείς. Πάνω στη γραφολογία της και την ηχολογία της, είναι αποτυπωμένα όλα όσα πέρασε και είπε ένας λαός. Οι μεταβολές στην προφορά, οι μεταβολές στη σύνταξη του λόγου, η στίξη που τα σημαίνει, οι γραμματικοί κανόνες, είναι η γεωγραφία του λόγου και του χρόνου που κυλά μαζί με την εξέλιξη και τις περιπέτειες ενός λαού. Είναι ιστορικοί κώδικες που οδηγούν, κλειδιά που αποκαλύπτουν, κόμβοι και πλατύσκαλα που δηλώνουν τις μεγάλες αλλαγές στους πολιτισμούς.
Είναι βέβαια και παιδεία. Δεν είναι όμως απλή συνεννόηση όπως προ πάντων νομίζουν. Αυτή διακινεί κάθε είδους γνώση που μαθαίνουμε και επικοινωνούμε.
Απλή συνεννόηση είναι η τουριστική γλώσσα. Ακόμα και αν μιλιέται άπταιστα.
Εκατομμύρια άνθρωποι μέσα στις ίδιες τους τις χώρες σήμερα ομιλούν τουριστικά την μητρική τους γλώσσα. Δηλαδή ανώδυνα.
Και δεν εννοώ την διεθνοποιημένη αγγλική. Ομιλούν μια κοινή παγκόσμια τουριστική γλώσσα, ο καθένας στην εθνική του γλώσσα, που δεν έχει πλέον ίχνος παιδείας.
Την γλώσσα των ονομάτων των προϊόντων. Μια σκέτη ονοματολογία χωρίς εννοιακές και νοηματικές αποσκευές. Δεν ομιλούν αλλά συνεννοούνται μέσω αυτής για αυτά. Είναι μια εκπτωμένη γλώσσα- μη γλώσσα, αφού οι άνθρωποι είναι οι ίδιοι αποξενωμένοι από την γλώσσα τους. Ίσα- ίσα καταφέρνουν να συνεννοηθούν και να επικοινωνήσουν με αυτήν. Γλώσσα χωρίς πολιτικές νύξεις, χωρίς κοινωνικές αναφορές, χωρίς αντιθέσεις και αντιφάσεις, που δεν εννοεί τίποτα σπουδαίο πια, που δεν παραπέμπει πουθενά.
Κάθε τέτοια αναφορά όσο ακόμα υπάρχει, γίνεται μόνο για να διαφημιστούν κάποια προϊόντα και τα ονόματά τους. Μια τηλεοπτική γλώσσα.
Οι άνθρωποι που δεν ομιλούν τουριστικά, που έχουν να πουν, να ανταλλάξουν απόψεις και να διαφωνήσουν έστω μόνο, να κρατηθούν ζωντανοί και υπάρχοντες, γίνονται όλο και πιο ελάχιστοι.

·
Το χαρακτηριστικό αυτής της καινούργιας γλώσσας, είναι ότι δεν έχει παρελθόν, δεν έχει παράδοση. Αλλά το πιο χαρακτηριστικό της ακόμα, όπως με σαφήνεια μας γνωστοποιεί η ίδια την λογική της και μας τρομάζει, είναι ότι δεν θα αποκτήσει ούτε στο μέλλον γλωσσική παράδοση, αφού δηλαδή ζήσει κι αυτήν κάποιο χρόνο, όχι μόνο γιατί από την δομή της δεν προλαβαίνει να αποκτήσει ιστορία αφού αλλάζει συνεχώς με απίστευτη ταχύτητα, με όλο νέα προϊόντα νοοτροπίες και σχέσεις επ αυτών μηδαμινές και άχρωμης σημασίας, αλλά γιατί φοβάται και δεν θέλει όποιου είδους ιστορία και παράδοση κατά κανένα τρόπο. Εάν το εργοστάσιο ή η πολυεθνική κλείσουν από τον ανταγωνισμό τελειώνει και η γλώσσα αυτή. Και σήμερα τα εργοστάσια δεν διαρκούν 100 και 150 χρόνια, αλλά γεννιόνται και πεθαίνουν σε μια πενταετία.
Μόνο που αυτή η γλώσσα πλέον είναι η βασική και κύρια γλώσσα του δυτικού κόσμου και όχι μόνο των τουριστών που επισκέφτονται άλλες χώρες. Είναι ένα φαινόμενο του εμπορισμού της εποχής μας, της επικράτησης της αποθέωσης της αγοράς.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2007

(εκ συνεχείας) 2

Καταπίνουν και αποσιωπούν οι περισσότεροι ότι υπάρχουν λαοί με ιμπεριαλιστική και αποικιοκρατική κουλτούρα και προσπαθούν να τα στρογγυλέψουν όλα και να τα μπερδέψουν. Λαοί με γλώσσα και σκέψη πολεμική.
Γιατί αυτό έχουν μάθει από την ατομική και συλλογική τους ιστορία, να είναι επιθετικοί. Και να ήθελαν δεν ξέρουν τίποτε άλλο. Αυτό τους έμαθαν. Έτσι είναι ο κόσμος και ας μην τον αρνιόμαστε.
Κανείς μας δεν μπορεί να αθωωθεί μέσα από την ισοτιμία των γλωσσών. Οι ιστορίες ατόμων και λαών είναι πάντα άλλες και είναι άλλοτε καλές και άλλοτε κακές. Οι πολιτισμοί δεν είναι ισότιμοι, οι σκέψεις των ανθρώπων δεν είναι ισότιμες, οι γλώσσες τους δεν είναι ισότιμες.
Το δίκαιο για κορυφαίο παράδειγμα, δεν ενσωματώνεται σε ένα λαό κατά κανένα τρόπο, μετά την γλωσσική προσαρμογή του με μια λέξη που κατασκευάζει ή δανείζεται και παραμένει ξένο σε αυτόν, αν δεν έχει χιλιετείς φιλοσοφικές, δικαιακές, δημοκρατικές και γλωσσικές ρίζες δικαίου στα σπλάχνα του.
Μια τέτοια έννοια, είναι πολιτισμικό και ιστορικό γέννημα και κατάκτημα ενός λαού, μαζί με την λέξη που το αποδίδει. Η εισαγωγή της λέξης σε μια άλλη γλώσσα, καθιστά γνωστή μόνο την λέξη και διατηρεί άγνωστη την έννοια, το νόημα και την σημασία της.
Είναι ξένο σώμα, ακατανόητο στους πολίτες και στις μεταξύ τους σχέσεις και μη λειτουργόν στις δομές του κράτους και της εξουσίας.
Το πώς συμπέραναν κάποιοι της γλωσσολογίας ότι δεν υπάρχουν πλούσιες και φτωχές γλώσσες όπως και σκέψεις, είναι πράγματι μεγάλο επίτευγμα. Γιατί αυτό που είναι αξιωματικά προφανές, είναι πως στον πραγματικό κόσμο οι σκέψεις και οι γλώσσες είναι άνισες, πλούσιες και φτωχές και διαβαθμίζονται σε ανισότητα.
Είναι αυτό που ονομάζω και θεωρώ ΄΄γλώσσες φάρσες΄΄ ή ΄΄γλώσσες υποκριτικές΄΄ ασύνδετες από τα γεγονότα και τα κοινωνικά βιώματα που τις γεννούν. Που μόνο μιμούνται ηχητικά. Γλώσσες δηλαδή αποξενωμένες από την σκέψη του ανθρώπου. Γλώσσες-κλώνοι με καπιταλιστική γονιμοποίηση.
Το ότι οι έλληνες αρνούνται όλους τους επιθετικούς πολέμους για αιώνες και χιλιετίες και τάσσονται στο πλευρό των αδικημένων λαών και ανθρώπων, μόνο τυχαίο δεν είναι. Κάτι ξέρει η καμπούρα τους. Απηχεί την πεποίθησή τους, την πνευματική και γλωσσική τους διαμόρφωση μέσα στην ιστορία και στην κουλτούρα τους. Δείχνει τα μαθήματα και τα παθήματα της δημοκρατίας τους και της ιστορίας τους.
Τους το θυμίζει και τους το κρατάει ζωντανό η γλώσσα και η σκέψη της. Και αυτό παρά την αγωνιώδη δική μου κριτική για την αλλοτρίωσή τους στις διπλανές σελίδες.
Υπάρχουν λαοί που δεν γνωρίζουν το δίκαιο ακόμη και σήμερα. Όλο το αγγλοσαξονικό τόξο για παράδειγμα, αλλά και άλλοι γείτονες και μη, δίκαιο εννοούν το συμφέρον ή ως ατομικό ή ως συλλογικό. Πως θα αρπάξουν την γη των άλλων, το βιός και τον μόχθο τους. Διαρκώς αυτό μηχανεύονται και αυτό αποτυπώνεται στην γλώσσα τους και διακινείται μέσα από αυτήν.
Δεν περνάει καν από το μυαλό τους και την κουλτούρα τους, το πολιτικό κατάκτημα του Θουκυδίδη και των αθηναίων περί δικαίου ΄΄δεν μπορεί η δημοκρατία να εξουσιάζει άλλους λαούς΄΄.
Αυτό που σήμερα θεωρείται η πρώτη αρχή του Ο.Η.Ε, και δεν τηρούν.
Η λέξη δημοκρατία για αυτούς τους λαούς είναι ένα βιαστικό δάνειο-μίμηση, που δεν ενσωματώθηκε ποτέ στην συνείδηση, την κουλτούρα, την ιστορία και την γλώσσα τους.
Ολόκληρη η ιστορία της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού είναι μέσα σε αυτήν τη φράση. Στην σκέψη και την γλώσσα του Θουκυδίδη.
Γλώσσες και σκέψεις, πολιτισμοί και ιστορίες, παραμένουν ανίκανες ακόμη και σήμερα να κατανοήσουν και να ξεμπερδέψουν την έννοια του δικαίου από του συμφέροντος.
Και αυτό μέσα στο ίδιο το κοινωνικό σώμα αυθόρμητα και χωρίς την χειραγώγηση των ειδικών, του κράτους και της παιδείας τους.
Ενώ άλλοι λαοί γνωρίζουν τι είναι δίκαιο και τι συμφέρον, όταν κατά καιρούς κάνουν χρήση του δεύτερου, γιαυτό και έχουν ενοχές. Ενοχή σημαίνει, ότι γνωρίζω τι πρέπει να κάνω και κάνω το αντίθετο.
Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο νομίζουν.
Αυτό που αποφεύγει να κατανοήσει η μεγαλύτερη ίσως μερίδα της γλωσσολογίας, είναι η ιστορία και η δύναμη της. Η απόλυτη επιβολή της στις σχέσεις των ανθρώπων. Όπως κρίνει αδιακρίτως άτομα, σύνολα, εποχές, χρόνους, ήθη, έθιμα, παραδόσεις, καταστάσεις, έτσι κρίνει και γλώσσες και σκέψεις και κυρίως αυτές.
Θα πρέπει να καταλάβουν πως όπως υπάρχουν άνθρωποι με πλούσια και φτωχή γλώσσα, με πλούσια και φτωχή σκέψη, έτσι υπάρχουν και ολόκληρες γλώσσες και σκέψεις πλούσιες και φτωχές. Αλλιώς, δεν θα διορθώναμε καν τα κείμενά μας.
Ο κόσμος που περιγράφουν γλωσσολογικά δεν υπάρχει. Είναι μια υποτακτική κατασκευή ή ιδεολόγημα ανικανότητας σύλληψης και κατανόησης του κόσμου.

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2007

(εκ συνεχείας) 1

Αλλά εάν η γλώσσα είναι η σκέψη μας, τότε εξαπατόμαστε διπλά. Γιατί αυτό σημαίνει καθαρά ότι όλες οι σκέψεις όλων των ανθρώπων είναι ισότιμες. Δεν μπορεί να είναι ισότιμα αυτά που λένε και να μην είναι ισότιμα αυτά που σκέφτονται. Είναι ένα ολέθριο συμπέρασμα που ακυρώνει όλη την προσπάθεια του ανθρώπου και αχρηστεύει την ίδια την ελογικότητά του. Δεν έχει λόγο να σκέφτεται τότε ούτε να μιλάει, αφού λένε όλοι τα ίδια και σκέφτονται όλοι τα ίδια.
Γιατί τότε μπορούμε να βάζουμε στην τύχη όποιον βρούμε να διδάξει μηχανική ή φιλοσοφία. Μπορούμε να διαλέξουμε από την κληρωτίδα αυτόν που θα διοικήσει την πολιτεία ή κάποιον άλλο σπάταλο ή τοκογλύφο να αναλάβει την οικονομία της χώρας αφού όλοι είναι ισότιμοι και εξ ίσου ικανοί. Αυτά είναι αστεία πράγματα. Εκεί μας οδηγεί η συμπερασματικότητα πολλών γλωσσολόγων περί ισότητας των γλωσσών.
Η γλώσσα είναι πλούτος της σκέψης και όχι των ήχων. Η γλώσσα των ήχων δεν έχει σκέψη. Δεν υπάρχει. Είναι σαν να ακούμε ένα παπαγάλο ή μια μαϊμού να μιμούνται με το λαρύγγι τους ή με τα χέρια τους χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα από αυτό που κάνουν ή λένε, όπως εμείς. Γλώσσα των ήχων δεν είναι ούτε οι ιαχές των γηπέδων.

Λέγοντας κανείς δεν υπάρχουν πλούσιες και φτωχές γλώσσες, λέει ότι δεν υπάρχουν πλούσιες και φτωχές σκέψεις και δεν το ξέρει.

Ισότιμες λέξεις, ισότιμες γλώσσες, ισότιμοι άνθρωποι και λαοί, ισότιμες σκέψεις, οδηγεί κατ ευθείαν στην αθώωση όλων των συμβαινόντων στην ζωή αυτού του πλανήτη. Τότε ο πολιτικός λόγος και η κριτική σκέψη εκπαραθυρόνονται μέσα από τις αλχημείες και τα τρικ των επιστημών και των επιστημόνων. Χθες η νομική επιστήμη αθώωσε μέσα από τις εξαιρέσεις της τις εξουσίες, παραπροχθές η οικονομία επιτέθηκε κατά του συνόλου της ανθρωπότητας, σήμερα η γλωσσολογία ισοπέδωσε με μια ισοτίμηση τις γλώσσες των λαών και τις πολιτισμικές τους διαφορές και αύριο κάποια άλλη ότι απέμεινε.
Μα κυρίως αυτό το ισότιμος παραμένει διαρκώς σκοτεινό και αδιευκρίνιστο στα συνέδρια της γλωσσολογίας, ως ένα μεταφυσικό μυστήριο της γλώσσας. Τι σημαίνει αλήθεια ισότιμος. Μήπως μια μεταμφιεσμένη προσπάθεια εξισωτισμού και πάλι αθώου και ένοχου; επιτιθέμενου και αμυνόμενου, ληστή και κλεπτόμενου. Μια Ρασπούτνεια ισότητα. Ένας παμπόνηρος ανεστραμμένος- κρυμμένος ρατσισμός της βαρβαρότητας και της εξουσίας να αθωώσουν τον εαυτό τους.


Μα στην σκέψη και στην γλώσσα της, δεν χρειαζόμαστε ισότητα, χρειαζόμαστε ακριβώς ανισότητα, δηλαδή ισηγορία. Το δικαίωμα να λέμε άλλα από τους άλλους. Αλλιώς θα σκεφτόμασταν όλοι τι ίδιο ακριβώς. Αλλιώς η ισηγορία θα ήταν άχρηστη, δεν θα υπήρχε καν σαν έννοια και λέξη.
Στα πολιτικά, κοινωνικά και φυσικά δικαιώματα χρειαζόμαστε μόνο την ισότητα. Ακριβώς για να έχουμε όλοι οι άνθρωποι την δυνατότητα να εκφράζουμε την διαφορετικότητά μας, την ανισότητά μας, την ισηγορία μας.
Γιατί ισοτίμηση σημαίνει προ πάντων κάτι πολύ επικίνδυνο, ότι η σκέψη του Ηράκλειτου και του οποιουδήποτε είναι ισότιμες. Η σκέψη του Αϊνστάιν και του όποιου φυσικού ή άλλου πολίτη είναι το ίδιο. Ισότιμος και ίδιος είναι το ίδιο.
Όλα τόσο απλά και εύκολα σε αυτόν τον κόσμο που σπαράσσεται ασταμάτητα χωρίς φταίχτες προ πάντων, μια και όλοι είναι ισότιμοι, που σημαίνει εδώ μεταφρασμένο, ότι λίγο ως πολύ όλοι κάνουν τα ίδια και άρα είναι ίδιοι.
Μια προσπάθεια να εμφιλοχωρήσει μέσα στις επιστήμες η απαλλαγή του καπιταλισμού από κάθε του έγκλημα.
Ή γιατί όλοι είμαστε αδέρφια σε αυτόν τον πλανήτη όπως φωνασκεί υποκριτικά ο σοσιαλισμός ή παιδιά του θεού ο θρησκευτισμός. Να ξεπλυθεί αυτός ο κόσμος μέσα από την γλώσσα.
Φαίνεται πια όλο και πιο καθαρά ότι η μεταμοντέρνα γλωσσολογία σχίζει στα δύο τον άνθρωπο και τον απομονώνει από τα συναισθήματά του και τη σκέψη του. Χωρίζει τους ήχους του από τα νοήματά τους. Άλλο η γλώσσα του άλλο αυτός. Τα συμπεράσματα πλέον και οι διαπιστώσεις θα βγαίνουν από τους ήχους του και όχι από αυτόν τον ίδιο, αδιάσπαστα συνδεδεμένους μαζί του. Από το χνάρι, την πατημασιά του και όχι από αυτόν που πάτησε, που άφησε το ηχητικό του αποτύπωμα λέγοντας μια λέξη. Στη μάχη μεταξύ σημαινόντων και σημαινόμενων, κερδίζουν τα σημαίνοντα. Κερδίζει όχι η ουσία αλλά η μορφή της, η παραουσία της. Δεν ενδιαφέρει πλέον ο γονότυπος γατί είναι ζόρικος και αντιδρά, αλλά ο φαινότυπος η άψυχη ακίνδυνη λέξη ως ήχος χωρίς νόημα, χωρίς σκέψη και συναίσθημα που δεν αντιδρά.
Της διαφεύγει ότι κάθε λέξη, φθόγγος ή φώνημα δεν είναι απλώς ένα ανώδυνο και τυχαίο ήχημα ίδιο, άχρωμο, ισότιμο με κάθε άλλο, αλλά ένας ιστορικός, κοινωνικός και πολιτισμικός μόχθος για να δημιουργηθεί. Ένας ατομικός και συλλογικός πόνος και προσπάθεια. Το χλευαζόμενο σήμερα ΄΄αέρα΄΄ των Ελληνάκων, κάπου παραπέμπει σαν σημαίνον. Σε κάποιο σημαινόμενο, σε κάποιο τραυματικό γεγονός που δεν βρίσκει να ισοτιμηθεί με την αντίστοιχη λέξη ενός άλλου λαού που αν το ακούσει θα νομίσει ορθά ότι του μεταφράζουν τον άνεμο. Που δεν το έχει αλλά που έχει πιθανόν ή όχι και αυτός ένα άλλο τέτοιο ανάλογο. Είναι και αυτή μία από τις λέξεις με πολλά σημαινόμενα επάνω της και ένα μόνο σημαίνον, πάνω στο οποίο συνωστίζονται τα συμφέροντα, η μικροπολιτική, ο δόλος, η οικονομία.
Η ποικιλία και η διαφορετικότητα είναι η αλήθεια και η ουσία του κόσμου και όχι η ισοτίμηση του σε ελάχιστα σημαίνοντα. (συνεχίζεται)

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

Περί γλώσσας 5

Η γλώσσα είναι τι κρύβει μέσα της και όχι τι λέει. Με το τι λέει ΄΄δεν καταλαβαίνει΄΄ κανείς τίποτα από μια γλώσσα. Ίσα-ίσα κατορθώνει να συνεννοηθεί με αυτήν.
·
Γιατί οι γλώσσες δεν διαφέρουν από τους ήχους τους όπως νομίζουμε ή τις λέξεις τους αλλά από το ιστορικό και κοινωνικό τους φορτίο που δεν φαίνεται. Που δεν το κρύβουν μεν αλλά δεν φαίνεται από μόνο του.
·
Αυτό καλούνται να μάθουν τα παιδιά στο σχολείο αφού μιλάνε ήδη άπταιστα την ηχητική γλώσσα.
·
Γιατί μια άγνωστη γλώσσα είναι εύκολη και ανώδυνη.
Ενώ μια μητρική είναι εξαιρετικά δύσκολη και επώδυνη αδιάφορο αν την μαθαίνουμε με πολύ μεγάλη ευκολία ως μητρική.
·
Οι λέξεις είναι η περίληψη μόνο πολλών μακρών ιστοριών. Ατομικών και συλλογικών.
Πίσω τους κρύβονται οι διηγήσεις της ζωής των ανθρώπων. Διηγήσεις αιώνων και χιλιετιών.
Είναι γοργόφτερα ταχυδρομικά περιστέρια που μας μεταφέρουν στον εγκέφαλό μας, εκεί που είναι η ζωή μας, η ατομική και συλλογική μας μνήμη, τα παιδικά μας χρόνια, και τα πρώτα μας συναισθήματα. Εκεί που Είναι η φιλοσοφία του χρόνου και του κόσμου. Εκεί που είναι κρυμμένη η γλώσσα.
·
Οι λέξεις κρύβουν υποχρεώσεις μέσα τους που δεν φαίνονται με το πρώτο απλό άκουσμα. Κάθε λέξη άλλο λέει και άλλο εννοεί εκτός από αυτό που ακούγεται. Πόσο μάλλον όταν συναντηθεί με τις άλλες.
Μεταφέρουν όχι ένα αλλά πολλά νοήματα και έννοιες της γλώσσας αλλά και του εαυτού τους. Αυτό που λέμε πιστή και ακριβής μετάφραση. Συνήθως μεταφέρουν έως και αντίθετες έννοιες στην ίδια λέξη όπως το ίδιο και το ίδιον. Και αυτό πλανεύει, από ερωτευμένους μέχρι γλωσσολόγους.


Όμως οι λέξεις του κόσμου μια-μια ξεχωριστά είναι ακατανόητες όταν τις ακούμε για πρώτη φορά ή όταν τις επαναλαμβάνουμε διαρκώς.
Επί πλέον, και εδώ είναι η παγίδα, είναι σαν ίδιες και είναι ίδιες, με μια ανεστραμμένη όμως περίεργη αλλά και ισχύουσα έννοια, ότι αφού μπορούμε να χρησιμοποιούμε διαφορετικές λέξεις-ήχους για μια έννοια ή και νόημα, τότε οι λέξεις καταλήγουν αν και διαφορετικές ηχητικά και γραφολογικά να παίζουν τον ίδιο διαμετακομιστικό ρόλο και άρα μπορεί κάποιος να τις θεωρήσει ως ίδιες ενώ είναι άλλες. Είναι δηλαδή ισότιμες μεταξύ τους.
Για παράδειγμα το δικό μας σύμπαν γίνεται univers στην γλώσσα των αγγλικών ή
el universo στα ισπανικά κ.λ.π
·
Αυτή η διαπίστωση οδήγησε αναγωγικά στο συμπέρασμα ότι το ίδιο ισχύει άρα, όχι μόνο για τις λέξεις αλλά και για το σύνολο των γλωσσών και κατ επέκταση και για τις έννοιες και τα νοήματά τους..
Έτσι η γλωσσολογία αποφάνθηκε ότι δεν υπάρχουν πλούσιες και φτωχές γλώσσες.
Πρόσθεσε δε σε απορίες ερωτώντων, πως αν μια γλώσσα δεν γνώριζε και δεν είχε μέσα της την έννοια της ισηγορίας για παράδειγμα, πριν 2 ή 3 χιλιάδες χρόνια, την άκουσε, την είδε και την προσέθεσε στο σώμα της με μια αντίστοιχη λέξη που κατασκεύασε στην πορεία και έτσι πρόλαβε τις άλλες και ισοτιμήθηκε μαζί τους.
Δεν έμενε παρά ένα ελάχιστο συμπερασματικό βήμα να πούνε ότι επομένως και όλοι οι λαοί που ομιλούν τις γλώσσες του κόσμου είναι ισότιμοι και τέλος οι πολίτες ένας-ένας ξεχωριστά.

Αυτό μάλιστα ανακούφιζε και συμφωνούσε και με την θεμελιώδη αρχή της δημοκρατίας και του κόσμου που θεωρεί όλους τους πολίτες ίσους μεταξύ τους, με ίσα τα ανθρώπινα δικαιώματα. Με μια μεγάλη διαφορά μόνο. Άλλο το ίσος και άλλο το ισότιμος.
·
Αυτά λέει η επιστήμη της γλωσσολογίας σήμερα, αξιοποιώντας τις εξειδικευμένες μελέτες της, στην λεγόμενη συγκριτική γλωσσολογία των διαλέκτων και γλωσσών των λαών.

·
Αλλά η γλωσσολογία δεν είναι φιλοσοφία και δεν καταλαβαίνει και πολλά πράγματα από αυτόν τον κόσμο. Έγινε και αυτή μια αποσπασμένη από την πραγματικότητα επιστήμη, που γνωρίζει ΄΄καλά΄΄ την δική της απομόνωση που μελετά.
Αυτό που της διαφεύγει καθώς τυραννιέται αποκομμένη μέσα στα λεξικά, από την καθολική θέαση του κόσμου, είναι ότι η γλώσσα δεν βρίσκεται στην στοματική κοιλότητα και στους ήχους που κυνηγά, αλλά αποκλειστικά στον εγκέφαλο του ανθρώπου και μόνο σε αυτόν. Της διαφεύγει δηλαδή το πιο σπουδαιότερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου.

Γλώσσα είναι η σκέψη του ανθρώπου χωρίς ήχο. Εκεί και μόνο βρίσκεται η γλώσσα.
Ο άνθρωπος ηχεί την σκέψη του για να την ελέγξει. Για να επιβεβαιώσει ή όχι την ορθότητα της, επικοινωνώντας την με τους άλλους. Το αντεπιστέλλον του Αριστοτέλη. Για να κατανοήσει την ελογικότητα του. Να βεβαιωθεί γιαυτό που του συμβαίνει. Να σιγουρευτεί για την ύπαρξή της. Να πάρει απόκριση, από ένα άλλο έλλογο , ότι σκέφτεται. Ότι είναι πράγματι έλλογο. Να επαληθεύσει το φυσικό θαύμα που νιώθει και αισθάνεται επάνω του. Γιαυτό γελάει ο άνθρωπος, επειδή ανακαλύπτει την ελογικότητα του. Συνειδητοποιεί ότι μιλάει και σκέφτεται και χαίρεται γιαυτό, έστω ατελώς στη αρχή και άναρθρα. Γιαυτό πάλι μπορεί και κλαίει. Ακόμα και ταυτόχρονα, για να επικοινωνήσει με τους άλλους σαν βασική του έλλογη ψυχολογική ανάγκη. Για να συνεννοηθεί στην συνέχεια και να επιβιώσει μαζί τους.
Έτσι ΄΄φύτρωσε΄΄ σιγά-σιγά η γλώσσα του μέσα στις χιλιετίες. (συνεχίζεται)

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2007

Περί γλώσσας 4

Η μητρική γλώσσα δεν είναι ποτέ μίμηση, ούτε μια φορά.
Όπως δεν είναι ποτέ βίαιη.
Ενώ κάθε άλλη ξένη και επίκτητη, είναι πάντα μια βίαιη εγκατάσταση ενός επικοινωνιακού μηχανισμού και λειτουργίας μέσα μας, αλλά και ενός άλλου τρόπου σύλληψης και αντίληψης του κόσμου και κυρίως αυτό.
Μιμείται δε πάντα και υποχρεωτικά την μητρική .