Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2007

(εκ συνεχείας) 1

Αλλά εάν η γλώσσα είναι η σκέψη μας, τότε εξαπατόμαστε διπλά. Γιατί αυτό σημαίνει καθαρά ότι όλες οι σκέψεις όλων των ανθρώπων είναι ισότιμες. Δεν μπορεί να είναι ισότιμα αυτά που λένε και να μην είναι ισότιμα αυτά που σκέφτονται. Είναι ένα ολέθριο συμπέρασμα που ακυρώνει όλη την προσπάθεια του ανθρώπου και αχρηστεύει την ίδια την ελογικότητά του. Δεν έχει λόγο να σκέφτεται τότε ούτε να μιλάει, αφού λένε όλοι τα ίδια και σκέφτονται όλοι τα ίδια.
Γιατί τότε μπορούμε να βάζουμε στην τύχη όποιον βρούμε να διδάξει μηχανική ή φιλοσοφία. Μπορούμε να διαλέξουμε από την κληρωτίδα αυτόν που θα διοικήσει την πολιτεία ή κάποιον άλλο σπάταλο ή τοκογλύφο να αναλάβει την οικονομία της χώρας αφού όλοι είναι ισότιμοι και εξ ίσου ικανοί. Αυτά είναι αστεία πράγματα. Εκεί μας οδηγεί η συμπερασματικότητα πολλών γλωσσολόγων περί ισότητας των γλωσσών.
Η γλώσσα είναι πλούτος της σκέψης και όχι των ήχων. Η γλώσσα των ήχων δεν έχει σκέψη. Δεν υπάρχει. Είναι σαν να ακούμε ένα παπαγάλο ή μια μαϊμού να μιμούνται με το λαρύγγι τους ή με τα χέρια τους χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα από αυτό που κάνουν ή λένε, όπως εμείς. Γλώσσα των ήχων δεν είναι ούτε οι ιαχές των γηπέδων.

Λέγοντας κανείς δεν υπάρχουν πλούσιες και φτωχές γλώσσες, λέει ότι δεν υπάρχουν πλούσιες και φτωχές σκέψεις και δεν το ξέρει.

Ισότιμες λέξεις, ισότιμες γλώσσες, ισότιμοι άνθρωποι και λαοί, ισότιμες σκέψεις, οδηγεί κατ ευθείαν στην αθώωση όλων των συμβαινόντων στην ζωή αυτού του πλανήτη. Τότε ο πολιτικός λόγος και η κριτική σκέψη εκπαραθυρόνονται μέσα από τις αλχημείες και τα τρικ των επιστημών και των επιστημόνων. Χθες η νομική επιστήμη αθώωσε μέσα από τις εξαιρέσεις της τις εξουσίες, παραπροχθές η οικονομία επιτέθηκε κατά του συνόλου της ανθρωπότητας, σήμερα η γλωσσολογία ισοπέδωσε με μια ισοτίμηση τις γλώσσες των λαών και τις πολιτισμικές τους διαφορές και αύριο κάποια άλλη ότι απέμεινε.
Μα κυρίως αυτό το ισότιμος παραμένει διαρκώς σκοτεινό και αδιευκρίνιστο στα συνέδρια της γλωσσολογίας, ως ένα μεταφυσικό μυστήριο της γλώσσας. Τι σημαίνει αλήθεια ισότιμος. Μήπως μια μεταμφιεσμένη προσπάθεια εξισωτισμού και πάλι αθώου και ένοχου; επιτιθέμενου και αμυνόμενου, ληστή και κλεπτόμενου. Μια Ρασπούτνεια ισότητα. Ένας παμπόνηρος ανεστραμμένος- κρυμμένος ρατσισμός της βαρβαρότητας και της εξουσίας να αθωώσουν τον εαυτό τους.


Μα στην σκέψη και στην γλώσσα της, δεν χρειαζόμαστε ισότητα, χρειαζόμαστε ακριβώς ανισότητα, δηλαδή ισηγορία. Το δικαίωμα να λέμε άλλα από τους άλλους. Αλλιώς θα σκεφτόμασταν όλοι τι ίδιο ακριβώς. Αλλιώς η ισηγορία θα ήταν άχρηστη, δεν θα υπήρχε καν σαν έννοια και λέξη.
Στα πολιτικά, κοινωνικά και φυσικά δικαιώματα χρειαζόμαστε μόνο την ισότητα. Ακριβώς για να έχουμε όλοι οι άνθρωποι την δυνατότητα να εκφράζουμε την διαφορετικότητά μας, την ανισότητά μας, την ισηγορία μας.
Γιατί ισοτίμηση σημαίνει προ πάντων κάτι πολύ επικίνδυνο, ότι η σκέψη του Ηράκλειτου και του οποιουδήποτε είναι ισότιμες. Η σκέψη του Αϊνστάιν και του όποιου φυσικού ή άλλου πολίτη είναι το ίδιο. Ισότιμος και ίδιος είναι το ίδιο.
Όλα τόσο απλά και εύκολα σε αυτόν τον κόσμο που σπαράσσεται ασταμάτητα χωρίς φταίχτες προ πάντων, μια και όλοι είναι ισότιμοι, που σημαίνει εδώ μεταφρασμένο, ότι λίγο ως πολύ όλοι κάνουν τα ίδια και άρα είναι ίδιοι.
Μια προσπάθεια να εμφιλοχωρήσει μέσα στις επιστήμες η απαλλαγή του καπιταλισμού από κάθε του έγκλημα.
Ή γιατί όλοι είμαστε αδέρφια σε αυτόν τον πλανήτη όπως φωνασκεί υποκριτικά ο σοσιαλισμός ή παιδιά του θεού ο θρησκευτισμός. Να ξεπλυθεί αυτός ο κόσμος μέσα από την γλώσσα.
Φαίνεται πια όλο και πιο καθαρά ότι η μεταμοντέρνα γλωσσολογία σχίζει στα δύο τον άνθρωπο και τον απομονώνει από τα συναισθήματά του και τη σκέψη του. Χωρίζει τους ήχους του από τα νοήματά τους. Άλλο η γλώσσα του άλλο αυτός. Τα συμπεράσματα πλέον και οι διαπιστώσεις θα βγαίνουν από τους ήχους του και όχι από αυτόν τον ίδιο, αδιάσπαστα συνδεδεμένους μαζί του. Από το χνάρι, την πατημασιά του και όχι από αυτόν που πάτησε, που άφησε το ηχητικό του αποτύπωμα λέγοντας μια λέξη. Στη μάχη μεταξύ σημαινόντων και σημαινόμενων, κερδίζουν τα σημαίνοντα. Κερδίζει όχι η ουσία αλλά η μορφή της, η παραουσία της. Δεν ενδιαφέρει πλέον ο γονότυπος γατί είναι ζόρικος και αντιδρά, αλλά ο φαινότυπος η άψυχη ακίνδυνη λέξη ως ήχος χωρίς νόημα, χωρίς σκέψη και συναίσθημα που δεν αντιδρά.
Της διαφεύγει ότι κάθε λέξη, φθόγγος ή φώνημα δεν είναι απλώς ένα ανώδυνο και τυχαίο ήχημα ίδιο, άχρωμο, ισότιμο με κάθε άλλο, αλλά ένας ιστορικός, κοινωνικός και πολιτισμικός μόχθος για να δημιουργηθεί. Ένας ατομικός και συλλογικός πόνος και προσπάθεια. Το χλευαζόμενο σήμερα ΄΄αέρα΄΄ των Ελληνάκων, κάπου παραπέμπει σαν σημαίνον. Σε κάποιο σημαινόμενο, σε κάποιο τραυματικό γεγονός που δεν βρίσκει να ισοτιμηθεί με την αντίστοιχη λέξη ενός άλλου λαού που αν το ακούσει θα νομίσει ορθά ότι του μεταφράζουν τον άνεμο. Που δεν το έχει αλλά που έχει πιθανόν ή όχι και αυτός ένα άλλο τέτοιο ανάλογο. Είναι και αυτή μία από τις λέξεις με πολλά σημαινόμενα επάνω της και ένα μόνο σημαίνον, πάνω στο οποίο συνωστίζονται τα συμφέροντα, η μικροπολιτική, ο δόλος, η οικονομία.
Η ποικιλία και η διαφορετικότητα είναι η αλήθεια και η ουσία του κόσμου και όχι η ισοτίμηση του σε ελάχιστα σημαίνοντα. (συνεχίζεται)