Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

Περιμένοντας να ζήσουμε

Η επιστροφή του Καραμανλή ήταν η φάρσα της ιστορίας.
Ακριβώς αυτή για την οποία μιλάει ο Χέγκελ: η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα.
Και με τις φάρσες γελάμε στο τέλος όταν αποκαλύπτονται. Όμως με αυτήν δεν γέλασε κανείς. Γιατί κάποτε έρχονται σαν τραγωδίες. Και εμείς το ξέραμε εξ αρχής.
·
Όλοι υποκρίθηκαν τότε ότι χάρηκαν ενώ ήταν ένα κοινό εθνικό ψέμα.
Τους βάραινε το στήθος και τους περιγελούσε αυτή η επιστροφή.
Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Περιμέναμε το καινούργιο και ήρθε το παλιό. Πιο παλιό και από την χούντα, πίσω μακριά τις οσμές του εμφυλίου.
·
Νιώθαμε ταπεινωμένοι από την ιστορία. Κάτι σαν τιμωρία. Αναρωτιόμασταν που φταίξαμε. Τι είχαμε κάνει.
Ήταν αυτό που δεν είχε καταλάβει πιο πέρα ο Χέγκελ, ότι η φάρσα είναι η εκδίκηση της ιστορίας. Είχε δει μόνο το μισό.
·
Οι άλλοι λαοί πηγαίναν μπροστά, εμείς ξαναγυρνούσαμε πίσω.
Να ξαναζήσουμε διαβασμένη σελίδα της ιστορίας. Αυτό που νομίζαμε ότι είχε τελειώσει. Ο φυγάς που δεν ήξερε ποιός τάχα κυβερνάει το κράτος, επέστρεφε τώρα ως άγιος σώστης, για να κυβερνήσει αυτό το ίδιο κράτος. Φάρσα και τραγωδία και κωμωδία και αηδία μαζί.
Ο κόσμος τότε, υπέγραψε σαν τους γενναίους του Μπρανκαλεόνε, με τα τανκς στον κρόταφο.
Μόλις ξεκινούσε και πάλι ένα προσημειωμένο μέλλον. Ένα μέλλον σικέ, που θα κατέληγε στο ανυπόφορο σήμερα.
·

Κάποιοι είχαν την ελπίδα μέσα στη θλίψη τους, ότι θα υπάρχει τουλάχιστον κάποια νέμεσις. Έστω πικρή και λίγη. Γρήγορα κατάλαβαν ότι γύρισε για να σώσει τους ανθρώπους του, να αθωώσει την χούντα. Κανείς δεν τιμωρήθηκε από τους ανθρωποφύλακες. Λίγα χρόνια μετά μας χλεύαζαν στους δρόμους ελεύθεροι και θρασείς πάλι. Αυτό ήταν το τέλος, το χειρότερο. Εγκαινίασε την ατιμωρησία στον τόπο έκτοτε. Καταχραστές και αετονύχηδες στη συνέχεια απέκτησαν επιχείρημα. Εδώ αθωώσατε αυτούς, εμάς θα κλίσετε μέσα.
·

Μια φάρσα μάλιστα που βόλεψε τους πάντες εξ ίσου. Δεξιά και Αριστερά.
Συσσωρευμένες αντίθετες προδοσίες της ιστορίας, κάθισαν τώρα μαζί συνδαιτυμόνες στο τραπέζι της δημοκρατίας. Το νέο φαγοπότι μύριζε ήδη ωραία.
Συνέβη δε το εξής, την φάρσα αυτή την πρώτη, την ακολούθησε μια άλλη πιο μεγάλη, πιο ξεδιάντροπη, η φάρσα του σοσιαλισμού, που διαλάλησε το δίκαιο την ισότητα και τόσα άλλα θαυμαστά, εν ονόματι των οποίων εξάπλωσε την διαφθορά όπου δεν είχε μπορέσει η προηγούμενη φάρσα. Απ άκρη σ΄άκρη στον τόπο.
·
Τα μπιστόλια είχαν ξαναβγεί. Αυτή τη φορά μας τα κόλλησαν στη συνείδηση. Διαλέχτε έλεγαν: ή θα αγοράζετε κρυφά εφημερίδα από το περίπτερο ή θα μας αφήσετε να σας κλέβουμε και να σας διαφθείρουμε.
·
Έτσι συνηθίσαμε και μάθαμε να ζούμε και με μικρότερες φάρσες, όπως αυτή του Σιμήτη στη συνέχεια που υποσχέθηκε ακόμη περισσότερο σοσιαλισμό και του νεότερου Καραμανλή που και αυτός υποσχέθηκε με την σειρά του πάταξη της διαφθοράς. Συνχρόνως σμικρύνθηκε και η πρώτη μεγάλη φάρσα και έτσι έγινε ο Καραμανλής εθνάρχης και από πάνω.
·
Στο νεότερο ελληνικό κράτος δεν θα βρούμε πουθενά πιο πιεστική, πιο μακρόχρονη και πιο λυσσαλέα προπαγάνδα από αυτή που εξαπολύθηκε για να ξεπλυθεί ένας κομματάρχης μιας μειοψηφικής παράταξης, ανακηρυσσόμενος σε εθνάρχη για αυτό τον σκοπό. Ενώ εμείς ξέραμε ότι εθνάρχης μας, ήταν μόνο ένας. Εκείνος ο Άλλος.
·
Μια απεγνωσμένη προπαγάνδα να ξεχαστεί το παρελθόν.
Ότι γίνεται ακριβώς και σήμερα, στη συνεπή συνέχεια όλων αυτών. Να μην θυμόμαστε την εθνική μας αντίσταση, τον εμφύλιο, τα Ιουλιανά, την χούντα, την Κύπρο. Μόνο που τότε το έκανε το εθνικοφρονικό κράτος, ενώ σήμερα το εκσυγχρονιστικό που ξεπήδησε από τα σπλάχνα του.
Αλλά παραδόξως όπως και τότε αλλάζουμε μόνο τα θετικά, τα κατακτήματα αυτής της πατρίδας και όχι τα εφιαλτικά. Αυτά παρέμεναν ως απείραχτα μέσα στον χρόνο σαν από διαταγές. Στο τέλος μας ζήτησαν να σκίσουμε τις φωτογραφίες του Νικηταρά του και του Καραϊσκάκη. Αυτή κι αν ήταν φάρσα προόδου και εκσυγχρονισμού.
·
Όταν συναντάμε τέτοια φαινόμενα θα πρέπει να ξαναδιαβάζουμε την ιστορία οι νεότεροι, για να εξηγήσουμε τον εαυτό μας. Τις συμπεριφορές μας, την αθέατη διαμόρφωση μας, την αποκάλυψη των επιλογών μας, την κατάληξη μας, την ασυνείδητη λογική μας, την ελαφρότητά μας, το διαλυμένο κράτος μας, τον διαλυμένο εαυτό μας, την διαλυμένη κοινωνία μας.
·
Αυτό το λίγο από την ζωή που μπορώ να επισημάνω με βεβαιότητα, είναι πως όσο μεγαλύτερη η προπαγάνδα τόσο μεγαλύτερη η φάρσα, το τίποτε.
Και αν επιμένετε να μην το βλέπετε στον προσωπικό σας καθρέφτη, τότε δείτε το εύκολά στον καθρέφτη των άλλων, στον πόλεμο στο Ιράκ των ημερών μας ή στην περίπτωση της σφαγής των Αρμενίων και των Ποντίων. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, βάφτισαν τα εθνικά τους εγκλήματα, δίκαιο. Την μέγιστη δυνατή φάρσα.
Κάθε λαός έχει τις δικές του φάρσες, εκτός των ελλήνων που είχαν τους δικούς τους μύθους, γιατί δεν ανεχόντουσαν τις φάρσες. Και πέθαιναν πολεμώντας τες. Και αυτούς τους μύθους τους αγάπησε όλη η ανθρωπότητα, περισσότερο και από την ιστορία, γιατί ήταν η πραγματική ιστορία.
Και σήμερα που φαρσώνεται και πάλι η ιστορία , καταφεύγει σε αυτούς πιο πολύ από άλλοτε. Γιατί μόνο αυτοί πλέον λένε την αλήθεια.




Μικρεξήγηση.

Και τι είναι η φάρσα εννοιολογικά και νοηματικά θα ρωτήσετε. Το πιο μεγάλο ψέμα. Αυτό που δεν μπορούμε να το αποδώσουμε με την λέξη ψέμα για τα κοινά ψέματα. Αυτό που κινείται πάνω και από την τερατολογία, την οποία όμως δεν παίρνουμε ποτέ στα σοβαρά γιατί μας λέει από την αρχή ότι λέει ψέματα, γίνεται φίλη μας και μας ταξιδεύει στο γλιτωμό. Ενώ η φάρσα μας το λέει στο τέλος.