Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

Περί γλώσσας 5

Η γλώσσα είναι τι κρύβει μέσα της και όχι τι λέει. Με το τι λέει ΄΄δεν καταλαβαίνει΄΄ κανείς τίποτα από μια γλώσσα. Ίσα-ίσα κατορθώνει να συνεννοηθεί με αυτήν.
·
Γιατί οι γλώσσες δεν διαφέρουν από τους ήχους τους όπως νομίζουμε ή τις λέξεις τους αλλά από το ιστορικό και κοινωνικό τους φορτίο που δεν φαίνεται. Που δεν το κρύβουν μεν αλλά δεν φαίνεται από μόνο του.
·
Αυτό καλούνται να μάθουν τα παιδιά στο σχολείο αφού μιλάνε ήδη άπταιστα την ηχητική γλώσσα.
·
Γιατί μια άγνωστη γλώσσα είναι εύκολη και ανώδυνη.
Ενώ μια μητρική είναι εξαιρετικά δύσκολη και επώδυνη αδιάφορο αν την μαθαίνουμε με πολύ μεγάλη ευκολία ως μητρική.
·
Οι λέξεις είναι η περίληψη μόνο πολλών μακρών ιστοριών. Ατομικών και συλλογικών.
Πίσω τους κρύβονται οι διηγήσεις της ζωής των ανθρώπων. Διηγήσεις αιώνων και χιλιετιών.
Είναι γοργόφτερα ταχυδρομικά περιστέρια που μας μεταφέρουν στον εγκέφαλό μας, εκεί που είναι η ζωή μας, η ατομική και συλλογική μας μνήμη, τα παιδικά μας χρόνια, και τα πρώτα μας συναισθήματα. Εκεί που Είναι η φιλοσοφία του χρόνου και του κόσμου. Εκεί που είναι κρυμμένη η γλώσσα.
·
Οι λέξεις κρύβουν υποχρεώσεις μέσα τους που δεν φαίνονται με το πρώτο απλό άκουσμα. Κάθε λέξη άλλο λέει και άλλο εννοεί εκτός από αυτό που ακούγεται. Πόσο μάλλον όταν συναντηθεί με τις άλλες.
Μεταφέρουν όχι ένα αλλά πολλά νοήματα και έννοιες της γλώσσας αλλά και του εαυτού τους. Αυτό που λέμε πιστή και ακριβής μετάφραση. Συνήθως μεταφέρουν έως και αντίθετες έννοιες στην ίδια λέξη όπως το ίδιο και το ίδιον. Και αυτό πλανεύει, από ερωτευμένους μέχρι γλωσσολόγους.


Όμως οι λέξεις του κόσμου μια-μια ξεχωριστά είναι ακατανόητες όταν τις ακούμε για πρώτη φορά ή όταν τις επαναλαμβάνουμε διαρκώς.
Επί πλέον, και εδώ είναι η παγίδα, είναι σαν ίδιες και είναι ίδιες, με μια ανεστραμμένη όμως περίεργη αλλά και ισχύουσα έννοια, ότι αφού μπορούμε να χρησιμοποιούμε διαφορετικές λέξεις-ήχους για μια έννοια ή και νόημα, τότε οι λέξεις καταλήγουν αν και διαφορετικές ηχητικά και γραφολογικά να παίζουν τον ίδιο διαμετακομιστικό ρόλο και άρα μπορεί κάποιος να τις θεωρήσει ως ίδιες ενώ είναι άλλες. Είναι δηλαδή ισότιμες μεταξύ τους.
Για παράδειγμα το δικό μας σύμπαν γίνεται univers στην γλώσσα των αγγλικών ή
el universo στα ισπανικά κ.λ.π
·
Αυτή η διαπίστωση οδήγησε αναγωγικά στο συμπέρασμα ότι το ίδιο ισχύει άρα, όχι μόνο για τις λέξεις αλλά και για το σύνολο των γλωσσών και κατ επέκταση και για τις έννοιες και τα νοήματά τους..
Έτσι η γλωσσολογία αποφάνθηκε ότι δεν υπάρχουν πλούσιες και φτωχές γλώσσες.
Πρόσθεσε δε σε απορίες ερωτώντων, πως αν μια γλώσσα δεν γνώριζε και δεν είχε μέσα της την έννοια της ισηγορίας για παράδειγμα, πριν 2 ή 3 χιλιάδες χρόνια, την άκουσε, την είδε και την προσέθεσε στο σώμα της με μια αντίστοιχη λέξη που κατασκεύασε στην πορεία και έτσι πρόλαβε τις άλλες και ισοτιμήθηκε μαζί τους.
Δεν έμενε παρά ένα ελάχιστο συμπερασματικό βήμα να πούνε ότι επομένως και όλοι οι λαοί που ομιλούν τις γλώσσες του κόσμου είναι ισότιμοι και τέλος οι πολίτες ένας-ένας ξεχωριστά.

Αυτό μάλιστα ανακούφιζε και συμφωνούσε και με την θεμελιώδη αρχή της δημοκρατίας και του κόσμου που θεωρεί όλους τους πολίτες ίσους μεταξύ τους, με ίσα τα ανθρώπινα δικαιώματα. Με μια μεγάλη διαφορά μόνο. Άλλο το ίσος και άλλο το ισότιμος.
·
Αυτά λέει η επιστήμη της γλωσσολογίας σήμερα, αξιοποιώντας τις εξειδικευμένες μελέτες της, στην λεγόμενη συγκριτική γλωσσολογία των διαλέκτων και γλωσσών των λαών.

·
Αλλά η γλωσσολογία δεν είναι φιλοσοφία και δεν καταλαβαίνει και πολλά πράγματα από αυτόν τον κόσμο. Έγινε και αυτή μια αποσπασμένη από την πραγματικότητα επιστήμη, που γνωρίζει ΄΄καλά΄΄ την δική της απομόνωση που μελετά.
Αυτό που της διαφεύγει καθώς τυραννιέται αποκομμένη μέσα στα λεξικά, από την καθολική θέαση του κόσμου, είναι ότι η γλώσσα δεν βρίσκεται στην στοματική κοιλότητα και στους ήχους που κυνηγά, αλλά αποκλειστικά στον εγκέφαλο του ανθρώπου και μόνο σε αυτόν. Της διαφεύγει δηλαδή το πιο σπουδαιότερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου.

Γλώσσα είναι η σκέψη του ανθρώπου χωρίς ήχο. Εκεί και μόνο βρίσκεται η γλώσσα.
Ο άνθρωπος ηχεί την σκέψη του για να την ελέγξει. Για να επιβεβαιώσει ή όχι την ορθότητα της, επικοινωνώντας την με τους άλλους. Το αντεπιστέλλον του Αριστοτέλη. Για να κατανοήσει την ελογικότητα του. Να βεβαιωθεί γιαυτό που του συμβαίνει. Να σιγουρευτεί για την ύπαρξή της. Να πάρει απόκριση, από ένα άλλο έλλογο , ότι σκέφτεται. Ότι είναι πράγματι έλλογο. Να επαληθεύσει το φυσικό θαύμα που νιώθει και αισθάνεται επάνω του. Γιαυτό γελάει ο άνθρωπος, επειδή ανακαλύπτει την ελογικότητα του. Συνειδητοποιεί ότι μιλάει και σκέφτεται και χαίρεται γιαυτό, έστω ατελώς στη αρχή και άναρθρα. Γιαυτό πάλι μπορεί και κλαίει. Ακόμα και ταυτόχρονα, για να επικοινωνήσει με τους άλλους σαν βασική του έλλογη ψυχολογική ανάγκη. Για να συνεννοηθεί στην συνέχεια και να επιβιώσει μαζί τους.
Έτσι ΄΄φύτρωσε΄΄ σιγά-σιγά η γλώσσα του μέσα στις χιλιετίες. (συνεχίζεται)