Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2007

Η νομιμοποίηση των εμπρηστών

Αυτό που πίσω από τις γραμμές της ανάγνωσης και των γεγονότων, προσπάθησε να κρυφτεί, αναγγέλλον όμως ταυτόχρονα καθαρά τον εαυτό του και την πρόθεσή του, αφού αυτό επεδίωκε ακράτητα εξ αρχής, φοβούμενο όμως να το ανακοινώσει πολιτικά, και κυρίως επιθυμώντας μια τελική πολεμική αναμέτρηση αδιαμεσολάβητη από εκπροσώπους και κόμματα της αριστεράς και της οικολογίας, που πιθανόν να το απέτρεπαν, επιτιθέμενο δηλαδή τώρα απευθείας στους απροστάτευτους γεωργούς και άλλους μικροϊδιοκτήτες γης, για να καταδείξει την αναντίρρητη δύναμη και απόφασή του σε όποιον δεν συμφωνεί ή ακόμη χειρότερα αντιστέκεται στην απρόκσκοπη κερδοφόρα ανάπτυξη, είναι πως θα τον κάψει ζωντανό αφού δεν μπορεί να βρει πρόσχημα να τον σκοτώσει προς το παρόν.

Αυτό είναι που συνέβη. Να περάσει ως η μοιραία κατάληξη στην αντίληψη των ανθρώπων, κάθε άρνηση τους για συνεργασία. Να τρομοκρατήσει δηλαδή έμπρακτα πια και τον υπόλοιπο πληθυσμό, με τις περιοχές που κατάκαψε. Αυτά τα κόλπα τα γνωρίζει ήδη από τον εμφύλιο, ο οποίος δεν έπαψε ποτέ να είναι παρών ως οικονομικός πλέον.
Αυτό το μήνυμα ήθελε να στείλει, από τον Καϊάφα και την Εύβοια, την Πάρνηθα και την Πεντέλη σε κάθε άλλη όμορφη γωνιά του τόπου, σε κάθε άλλου είδους κερδοφόρα κατεύθυνση που λιμπιζόταν και σχεδίαζε.

Αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να το πετύχει αν δεν νομιμοποιούσε τους εμπρηστές.
Έπρεπε να δώσει ασυλία στον εαυτό του. Να βρει τρόπο να μπερδέψει τα πράγματα. Να αποπροσανατολίσει την έρευνα στις σκέψεις των πολιτών.
Να φοβίσει ακόμα περισσότερο την ήδη φοβισμένη και χειραγωγημένη αντίληψη του κόσμου. Όμως ήταν δύσκολο. Δεν είχε ελπίδες.
Έτσι κατέφυγε σε ένα μηχάνευμα. Στο τελευταίο που του είχε απομείνει. Την τρομοκρατία. Αυτή θα μας βοηθήσει και θα μας σώσει στην δύσκολη στιγμή που περνάει η ανάπτυξη και το κέρδος. Δεν θα πάρει είδηση κανείς. Εμείς θα καίμε και θα τρομοκρατούμε όποιον μας αντιστέκεται, και θα το αποδίδουμε και θα το φορτώνουμε στους κουκουλοφόρους και τους ομοιάζοντες. Έτσι σκέφτηκε στην απελπισία του.
Θα αποδώσουμε τους εμπρησμούς μας, στους αναρχικούς και τους κουκουλοφόρους που ήδη καίνε καμία τράπεζα και κανένα περιπολικό, και έτσι θα φαίνεται πλήρως αληθοφανές με το προηγούμενο βεβαρημένο παρελθόν που έχουν στο ιστορικό τους. Πόσο μάλιστα που καίνε και σημαίες και έχουν κάψει και το κουβούκλιο του Άγνωστου Στρατιώτη.
Αυτό είναι αγαπητοί μέτοχοι το σχέδιό μας. Ελπίζουμε να πετύχει η αντιμετάθεση. Οι τρομοκράτες καίνε την χώρα και όχι οι επιχειρηματίες εμπρηστές. Έτσι ονειρευόταν να πετύχει η νομιμοποίηση της καύσης των δασών και της γνωστής στη συνέχεια εκμετάλλευσής του.
Βρισκόμαστε στον αστερισμό του αθέμιτου κέρδους. Αυτή είναι η λογική της ανάπτυξης.
Και αυτό το μήνυμα ξεκίνησε από την πατρίδα μας, ως την πιο προσφερόμενη χώρα, ως τον παράδεισο την διαφθοράς, και απουσίας κάθε πολιτικής συνέπειας και στοιχειώδους πολιτικής αξιοπρέπειας των προσώπων της.
Κάθε διαμαρτυρία θα υπόκειται σε αυτό το αποτέλεσμα. Στους καθαρούς νόμους της ελληνικής πολιτικής μαφίας.
Και αυτό δεν είναι μια προσωπική έκφραση πολιτικής οξύτητας του συγγραφέα, αλλά μιάς προ πολλού ήδη παγιωμένης άποψης των Ελλήνων για τους πολιτικούς, καταγεγραμμένης μέσα από τις οργίλιες φράσεις τους καθημερινά : δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στους πολιτικούς, μόνο να τρώνε ξέρουν, μας κλέβουν, μας ληστεύουν, είναι ανίκανοι, είναι άχρηστοι κ.λ.π Oλοι γνωρίζουμε ότι η πολιτική ζωή του τόπου, χρηματοδοτείται από τον υπόκοσμο και το μαύρο χρήμα του. Από τοκογλύφους και καταχραστές χρηματιστές, μέχρι όποιου άλλου είδους εγκληματίες κάθε μορφής και δραστηριότητας.
·
Ζήσαμε το ολοκαύτωμα στην σύγχρονη εκδοχή του. Είδαμε τα χωριά μας κρεματόρια. Καταλάβαμε αυτό που διαβάζαμε στην ιστορία.

Συνειδητοποιήσαμε ότι ο Ιμπραήμ ήταν κάτι το περιορισμένο σε μικρό κομμάτι της Πελοποννήσου.
Οι νεότεροι μάθαμε τι πραγματικά έλεγε ο σπαραχτικός στίχος ΄΄ Μάννα η Σμύρνη καίγεται΄΄ όταν εμείς οι ίδιοι που τώρα ζούμε αναφωνήσαμε ΄΄Μάννα η Ελλάδα καίγεται΄΄.
Και όλοι καταλάβαμε ότι η πραγματικότητα ενός ανείπωτου και τραγικού παρελθόντος, ωχριά μπροστά στα σύνχρονα εγκλήματα του κέρδους, όταν το Δίστομο και τα Καλάβρυτα σμικρύνθηκαν όχι από τον χρόνο, αλλά από τα αναπτυξιακά εγκλήματα του σύγχρονου χρόνου.
Είναι μια εμπειρία που μας έκανε να χάσουμε βίαια την όποια αθωότητα μας είχε απομείνει, και το χειρότερο να την χάσουν τα παιδιά μας από αυτό πού είδαν και κάποια έζησαν κιόλας.

Η συμφορά είναι μεγαλύτερη από ότι προσπαθούμε να κατανοήσουμε, γιατί μας βρίσκει σε καιρό ειρήνης και είναι χειρότερη από την συμφορά σε καιρό πολέμου.
Γιατί αν είναι έτσι, τότε γίνεται προτιμότερος ο πόλεμος. Λιγότερες καταστροφές, λιγότερα θύματα. Αλλά βρισκόμαστε ήδη στον πόλεμο. Αυτό δεν καταλάβαμε.
Όλες οι χώρες έχουν σκύψει επάνω μας τώρα για να προλάβουν να καταλάβουν τι έρχεται. Τι πρόκειται να συμβεί σε κάποιες από αυτές.

Ξέρω ότι οι λέξεις μου είναι ανήμπορες και εγώ μικρός να περιγράψω το τι έγινε όχι στις φωτογραφίες , αλλά βαθιά μέσα στις ψυχές των ανθρώπων της φωτιάς.

Αυτό το μικρό που συλλαμβάνω και για το οποίο είμαι βέβαιος και εκτίθεμαι λέγοντας το, είναι ότι οι Τσέτες και οι Νεότουρκοι, ο Ιμπραήμ πασάς με τ΄ ασκέρια του, οι ναζί στο Δίστομο και στα Καλάβρυτα, είναι παρόντες στην ελληνική πολιτική ζωή και στο ελληνικό κοινοβούλιο αδιάλειπτα από το 1821 και μετά, ο καθένας με την δικαιολογία του και το επιχείρημά του, και προ πάντων με τα ρουσφέτια που σας υπόσχεται κάθε τόσο. Είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί του τόπου. Και μιλώ πάντα για τα δυό μεγάλα κόμματα της εξουσίας. Και δεν χρειάζεται συμπολίτες μου προ πάντων να ακούτε εμένα και κάθε άλλον που πιστεύει τέτοια παρόμοια. Εσείς αγέρωχοι στην ψήφο σας μέχρι να σας κάψουν προσωπικά και εσάς με φωτιά, με δάνεια, με απολύσεις, με ανεργία ή με ότι άλλο χρειαστεί. Αγέρωχοι είπαμε.

Γεια σας.