Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008

Περί σάτιρας

Καθώς οι πολιτικές και οι κοινωνικές συγκρούσεις πληθαίνουν και γιγαντώνονται, καθώς αλλάζουν φύλο και συμπεριφορές οι καιροί μας, καθώς παραδίδεται μέχρι εμετού ο εαυτός μας στις ιδεολογίες της σωτηριολογίας και τις θρησκείες του κέρδους, και διευρύνεται αφάνταστα ο κύκλος της αρπαγής και του πλιάτσικου, αυξάνουν και οι σατιριζόμενοι μαζί και τα παράπονά τους, για την άδικη όπως λένε πάντα καυστικότητα της σάτιρας.
·
Το ερώτημα που απαντάει σε διαχρονικές τέτοιες απορίες, είναι: γιατί αλήθεια δεν κάνουμε σάτιρα σε κάποιους και κάνουμε σε κάποιους άλλους; Και μάλιστα δεν περνάει καν από το μυαλό μας να τους βάλουμε στο στόχαστρο της.
Γιατί απλούστατα δεν προκαλούν την κοινωνία.
·
Σατιρίζουμε μόνο αμυνόμενοι, αυτούς που μας απειλούν, που μας λένε ψέματα, που μας κοροϊδεύουν, μας εξαπατούν, μας προκαλούν με την χλιδή τους, τις κομπίνες τους, τις κλεψιές τους, την βία τους, τον τρόπο ζωής τους, τη βλακεία τους, την εξυπνάδα τους, την υποκρισία τους, την χυδαιότητά τους, τον εκφυλισμό τους, την γλώσσα τους, την λογική τους, την αισθητική τους και πάει λέγοντας.
·
Η σάτιρα είναι το αντίδοτο της πρόκλησης. Η εξουδετέρωσή της. Η ίδια είναι πάντα ύστερη. Αντιδρά σε ότι προσπαθεί να πνίξει την ζωή. Πολιτικός λόγος είναι, που αμύνεται μέσα από την τέχνη και τον κοινό λόγο της καθημερινότητας των ανθρώπων, που αντιτίθεται και αντιδρά στην πολιτική αυθαιρεσία και αμετροέπεια.
·
Αλλά αυτό απαντά σε όσους λένε ότι, η σάτιρα δεν έχει όρια και μπορεί να σατιρίζει τους πάντες και τα πάντα. Αυτό όμως είναι μόνο ένα θεωρητικό λέξημα και δεν ισχύει στην πραγματικότητα. Αφού δεν έχει ούτε νόημα ούτε ενδιαφέρον να σατιρίσεις κάποιον άνθρωπο που δεν προκαλεί. Επίσης, όταν η ίδια δεν γεννά και επαναλαμβάνεται, ή όταν χάνει τα αντικείμενά της από τον κοινωνικό ορίζοντα, όταν δεν μπορεί να σατιρίσει, τότε έρχονται τα όρια και γι αυτήν. Τότε σατιρίζει τον εαυτό της και δεν το καταλαβαίνει. Τότε γελάμε ή θλιβόμαστε με την ίδια την σάτιρα και όχι με τους σατιριζόμενους και αυτά που λέει, γιατί δεν τα καταφέρνει.
·
Επί πλέον και κυρίως, η σάτιρα οφείλει να είναι δίκαιη. Αυτό προ πάντων! Να είναι η ίδια το δίκαιο. Αν δεν το κάνει αυτό, αν εργαλειοποιηθεί από εντεταλμένους καλλιτέχνες και μπει στην υπηρεσία πολιτικών και κυβερνητικών, όχι μόνο δεν θα γελάει κανείς, αλλά θα καταρρεύσει η ίδια αυτομάτως. Θα κατέβει το έργο σε δυό μέρες.
·
Αν την φιλοσοφήσει κανείς, προσπαθώντας να δει από μακριά τι κάνει, θα διαπιστώσει ότι είναι μια νόρμα, ένας κανόνας του λόγου. Που και αυτός με την σειρά του προστατεύει και προσέχει άλλες αξίες και άλλους νόμους και κανόνες της κοινωνίας και της φύσης. Την σάτιρα δεν την ανακαλύψαμε εμείς ή οι καλλιτέχνες. Ούτε κάποιοι μεγάλοι θεατράνθρωποι ή οι κλασσικοί της κωμωδίας. Είναι εγγενώς υπάρχουσα μέσα μας, σύμφυτη ανάγκη ισορροπίας της καθημερινότητας της κοινωνίας, των αρχών της και των θεσμίσεών της.
·
Τέλος όταν κάποτε η σάτιρα δεν ικανοποιεί, και δεν γελά πλέον κανείς μαζί της, όσο πετυχημένη και ικανή αν εμφανίζεται καλλιτεχνικά, τότε σημαίνει ότι η κοινωνία αυτή πρέπει να περάσει στην τραγωδία. Και τραγωδία χωρίς βία δεν υπάρχει.