Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Περί ηγετών… δυο λόγια




Ο ηγέτης είναι ένα σπάνιο δώρο της κοινωνίας στον εαυτό της. Εξαιρετικά  σπάνιο μάλιστα. Αλλά ταυτόχρονα και μια προσφορά της ίδιας της φύσης στις κοινωνίες, που προικίζει με ακατανόητο τρόπο τέτοιους ξεχωριστούς ανθρώπους, συμβάλλοντας ισομερώς κι αυτή στη διατήρηση αυτού του έλλογου είδους της.

Σκιαγραφώντας τον τόσο στο μακρύ παρελθόν που χτίστηκε το μέτρο  για αυτόν μέσα μας, από τους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες που κάναμε μαζί του, όσο και στο φαντασιακό ή στο εξιδανικευμένο των λαών, συναντάμε μια κοινή βάση για το ανάστημά του και  την ποιότητά του.

Ο ηγέτης, και μάλιστα ο μεγάλος ηγέτης που μένει στην ιστορία ήταν πάντα δημοκρατικός. Αυτό σημαίνει μεγάλος ηγέτης. Έτσι νοείται από τους λαούς, πάντα ως δημοκρατικός και δη όσο πιο αμεσοδημοκρατικός αντέχουν οι κοινωνίες και θέλουν, αλλιώς δεν είναι τέτοιος. Κι αυτή η λεπτομέρεια διαφεύγει. Με τα λάθη του πιθανόν, αλλά χωρίς τον δόλο στο όραμά του. Χωρίς να πρακτορεύει συμφέροντα εκτός της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού του. Γιαυτό είναι θησαυρός για τις κοινωνίες που τους τυχαίνει. Και έτσι έχει καταγραφεί στο λαϊκό συνειδητό και ασυνείδητο. Να τον εμπιστευόμαστε πλήρως!!  

Αυτός που δεν εξυπηρέτησε ξένα συμφέροντα ούτε ντόπια. Αυτό είναι το φαρμακερό για τους αντιπάλους του. Αυτός που μας είχε στο μυαλό του όλους χωρίς να εξαιρεί κανέναν από μας, και μην αφήνοντας κανέναν από εμάς να εξαιρεθεί και να απαιτεί να έχει περισσότερα δικαιώματα και νομή στα αγαθά του κοινού μας μόχθου περισσότερο από εμάς.

Οι υπόλοιποι μικροί ή μεγάλοι διαβαθμισμένοι,  κομματάρχες ως συνήθως, ανεξάρτητοι δημοκράτες ως συνήθως, κρυπτοφασίστες ή μη ως συνήθως, υποδύονται αυτόν τον τύπο ηγέτη, με εντατικά μαθήματα υποκριτικής πριν αναλάβουν, ανήμποροι να είναι αυτός. Θλιβεροί ηθοποιοί του πραγματικού κόσμου, κρυμμένοι πάντα μπροστά στις τηλεοράσεις εκτός πολιτικής σκηνής, προσπαθούν να ξεγελάσουν τον κόσμο, να λένε τα λόγια τους με υποβολέα τραπεζίτες ανενόχλητοι. Η μανία με την οποία επιτίθενται εκατέρωθεν στον ηγέτη, νεκρό ή ζωντανό, προδίδει αμέσως την πολιτική τους διαδρομή και την μικρότητά τους, δίπλα στο διαμέτρημα του άλλου. Κι ούτε τους νοιάζει πια αν καταγράφονται στο ανάθεμα της ιστορίας, ως το απόβλητο της μνήμης της και των παθών της από τις λαϊκές  καταστροφές που επέφεραν. Τέτοια κατάντια ζούμε.
Αυτό πιστεύουν οι κοινωνίες στο σύνολό τους, για τις αρχηγικές ομάδες στο σύνολό τους, που στρατοπεδεύουν και έρπονται πέριξ των αρχηγών, γλύφοντας ή κατασπαράζοντάς τους, ανάλογα τα συμφέροντα που εκπροσωπούν.  

Αλλά τα πράγματα άλλαξαν ολοκληρωτικά και άρδην πλέον στις μέρες μας, χωρίς να μας ρωτήσουν. Εμφανίστηκε μια εκπαιδευμένη γενιά που δεν εκπροσωπούσε εμάς αλλά τα συμφέροντα των τραπεζιτών, που με το κόλπο των δανείων που μας έδιναν με το έτσι θέλω ή μας παρακαλούσαν να τα πάρουμε μυξοκλαίγοντας, σκόπευαν να μας βάλουν στο χέρι τους για πάντα μέσα στους αιώνες, να δουλεύουμε για τα δανεικά που μας έδωσαν με άγριους τόκους και ιλιγγιώδη κέρδη, να μας εξασφαλίσουν μόνιμους δούλους για πάντα. Αυτή η αλλαγή έγινε στις μέρες μας από το τέλος του προηγούμενου αιώνα ήδη. Και σήμερα το κόλπο τους έφτασε στο απόγειό του σε όλη την Ευρώπη, την Αμερική και τον υπόλοιπο κόσμο. Όλοι δε οι υπουργοί εθνικής οικονομίας και οι υπουργοί οικονομικών της Ευρώπης, είναι πρώην υπάλληλοι των μεγάλων διεθνών τραπεζών, οικονομικοί τους πράκτορες δηλαδή, και δεν έχουν καμιά σχέση με εμάς.

Βάλθηκαν μετά μανίας να εξαφανίσουν τους μεγάλους δημοκρατικούς ηγέτες από προσώπου γης, αλλά αυτοί έστω δειγματικά φυτρώνουν σαν ατίθασα αγριόχορτα που δεν ξεχερσώνονται από τις ψυχές και τις καρδιές της ανθρωπότητας. Όμως εδώ υπάρχει ένας κανόνας χρυσός που θέλω να  αναφέρω, που ξυπνάει  σιγά-σιγά στην ωριμότητά μας από τον βαθύ του ύπνο, και που θα πρωταγωνιστήσει στο μέλλον. Όποιος προσβλέπει στην εξουσία δεν κάνει για αυτήν. Δεν είναι ηγέτης παρά ένα συμπλεγματικός αρχηγίσκος ή αρχηγός που βλέπει στον καθρέπτη πίσω του τη φωτογραφία κάποιου μεγάλου ιστορικού προσώπου και μπερδεύεται, δίνοντας γην και ύδωρ για τον θώκο που δεν αντέχουν οι πλάτες του.

Αυτά που μας προπαγανδίζουν, για να ακούμε και να βλέπουμε τα πράγματα όπως αυτοί θέλουν, απλά μην τα καταπίνετε. Στήσανε μια φάμπρικα think thank, τάχα σοφών δηλαδή, υψηλών διπλωμάτων και σπουδών, τρομάρα τους οι αμόρφωτοι, και λοιπά τέτοια ζαρζαβατικά της νέας εποχής που ανέτειλε, για να μαντρώνουν τον κόσμο στην υπομέτριότητά τους. Μην τα πιστεύετε φίλοι αναγνώστες. Αν είναι να σταυροκοπιέσαι, να κρατήσει τον λόγο του αυτός που ψήφισες, τότε έχει τελειώσει η χώρα και οι κοινωνία αυτή μαζί με τους πολίτες της.

Οι σημερινοί ηγέτες, χωρίς αυλή δεν μπορούν να κάνουν ούτε ένα βήμα. Γιατί δεν ακουμπάνε στο λαό καθόλου τώρα πια, αλλά στο τραπεζικό χρηματοπιστωτικό σύστημα που τους σπρώχνει. Να σταθούν ένα λεπτό ανάμεσα στον κόσμο, παρά σε οπαδούς με σημαιάκια να ξεφωνίζουν ζήτω. Γιαυτό  αναγγέλλονται όπου πάνε με θορύβους, με θεαματικούς τηλεοπτικούς θεατρινισμούς, με λιμουζίνες επιβλητικές, με μοτοσικλετιστές, αστυνόμους, αποκλεισμούς πολιτών, με σύγχρονα μεταμοντέρνα τεχνολογικά πυροτεχνήματα, φώτα, λεζάντες κι ότι άλλο βλέπετε στις τηλεοράσεις, να δείχνουν βάρος και μεγαλοπρέπεια αλλιώς εκτινάζονται στην επιφάνεια σαν φελλοί. Αυτό που λέμε τηλεοπτικούς αρχηγούς και μόνο αυτό. Μόλις ανοίξουν το στόμα τους, δεν έχουν να πουν τίποτα παρά την κενότητα που σπούδασαν. Αφέλειες και βλακείες για την ανάκαμψη της χώρας που δεν ακούς ποτέ στα καφενεία της ζωής.

Όσον αφορά τον Ανδρέα Παπανδρέου και την πολιτική διαμάχη του με το κκε, για την αρπαγή δηλαδή της πολιτικής εξουσίας μέσα από τα χέρια της αριστεράς, αφού έκλεψε τα συνθήματά της και λεηλάτησε κυριολεκτικά και πραγματικά όμως τους αγώνες της και την ιστορία της, χωρίς να έχει δικούς του αγώνες, όπως διατεινόταν και νομίζει ακόμα η αριστερά, που δικαιωματικά πίστευε ότι της ανήκουν, θέλω να διευκρινίσω επ αυτού, ένα τεράστιο ιστορικό λάθος που μέχρι σήμερα επιμένει να αντιλαμβάνεται τελείως λανθασμένα αυτά τα πράγματα και πως λειτουργούν.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου μπορούσε να πάρει την εξουσία. Και την πήρε. Αυτό ήταν όλο. Έτσι διαβάζεται η πολιτική. Εκ των υστέρων φαίνονται όλα καθαρά. Το κκε δεν μπορούσε τότε. Κι ένα μικρό παιδί το έβλεπε. Το μύριζες στην πολιτική και κοινωνική ατμόσφαιρα της Αθήνας και της περιφέρειας ολούθε, που περίμενε να λυτρωθεί από μια ακροδεξιά δεξιά με δικτατορίες χούντες και μακρονήσια.

Σαν τους καρπούς που τους άφηναν πάνω στο κοινωνικό και ταξικό δένδρο να σαπίζουν από τον χρόνο, αφού δεν τους μάζεψαν εγκαίρως, απασχολημένοι με το κύριο μέλημά τους, να ξεκαθαρίσουν πρώτα τα δικά τους ιδεολογικά και κομματικά, τα πρωτεία των αρχηγικών ομάδων της όλης αριστεράς και σε ποιόν ανήκαν οι αγώνες και τα συνθήματα που σάπιζαν από την έλλειψη συγκομιδής και την παντελή απουσία δικού της ηγέτη τότε μετά την μεταπολίτευση.

Έτσι βγήκε ο άλλος και θέρισε τους καρπούς εκείνους των βασανιστηρίων, της τρομοκρατίας της δεξιάς, του πατροπαράδοτου δοσιλογισμού της δεξιάς, καθώς και του μεγαλείου της εθνικής αντίστασης, που τσακωνόταν στο παχνί για την κυριότητα και την ιδιοκτησία που δεν ανήκε δικαιακά και ουσιαστικά ούτε στην σύνολη αριστερά ούτε στον Ανδρέα φυσικά, αλλά στο σύνολο του ελληνικού λαού, εκτός των δοσιλόγων. Δεν είχαν άνθρωπο να μαζέψει την σπορά των ελληνικών γκούλακ, των Αι Στράτηδων και της Ικαρίας. Αυτό συνέβη.

Χωρίς ηγέτη δεν πάς πουθενά. Οι Χιώτες το είχαν καταλάβει καλλίτερα από όλους μας. Η χιώτικη παροιμία είναι σοφή, αλλά διαβάζεται τελείως λάθος,  χλευαστικά και στρεβλωμένα. ΄΄ Που πάμε δέκα χιλιάδες μόνοι μας ΄΄.

Λάθος που δεν έχει κατανοήσει ακόμη, που προέρχεται από την εμμονή στην υποβάθμιση της αξίας του ηγέτη στην ιστορία, από μια ερμηνεία ιδεολογικής αφετηρίας, της αποθέωσης των μαζών έστω και ακέφαλες, αφού δεν καταλαβαίνει ακόμη τι είναι ο ηγέτης και ο ρόλος που παίζει στην ιστορία, στην εξέλιξη και την πορεία των λαών.
Τα κοινωνικοοικονομικά και πολιτικά γεγονότα, δεν περιμένουν εσένα να λύσεις τις δυσλειτουργίες σου και τις εσωκομματικές σου διαφορές και διαμάχες. Αυτό συνέβη. Ο Ανδρέας ένωνε τότε, ενώ η αριστερά διαιρούσε.

Όσον αφορά τον Ανδρέα Παπανδρέου, γοητευόταν από τον σοσιαλισμό. Όμως τον έβλεπε σαν παιχνίδι κάποιων ευπατρίδηδων αστών, που δεν ήταν προδότες, δεν είχαν εμπλακεί στα αρπάγια του δοσιλογισμού, όπως πατροπαράδοτα είχαν κάνει η δεξιά και όλες οι αποχρώσεις της. Ό ίδιος, γόνος ενός μέγιστου καραδοσίλογου σφαγέα του λαού του, που το ήξερε καλά και τσίναγε, του πατέρα του δηλαδή το 1944 που μακέλεψε συννειδητότα τον ελληνικό λαό.

Όμως δεν ήταν κι αυτός ένας μεγάλος ηγέτης τόσο όσο χρειαζόταν η Ελλάδα της μεταπολίτευσης, όσο χρειαζόταν ένας λαός όπως εμείς σε εκείνες τις συνθήκες, αφιερωμένος πλήρως στο λαό του, τσακισμένος από τα ελληνικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και τις φυλακές με τα βασανιστήρια παντού.
Αλλά ένας ηγέτης που μοιράσθηκε την αριστερή εξουσία που του έδωσε ο ελληνικός λαός με τον εαυτό του. Τους δελεασμούς που προσφέρει αυτή η θέση, με τα προσωπικά που δεν κράτησε εκτός εξουσίας όπως απαιτείται στην πολιτική ζωή, και τον πακτωλό των δανεικών χρημάτων, που το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα του προσέφερε αφειδώς δένοντάς τον χειροπόδαρα. Κι έτσι υπέπεσε στα γνωστά οικονομικά σκάνδαλα του Κοσκωτά και της αυλής του, που με τρομακτική ταχύτητα αναπτύχθηκαν μέσα σε δύο χρόνια γύρω του.
Εξαχρειώθηκε ηγετικά και υπέπεσε στην μετριότητα του διαχειριστή, υπό την απειλή της ανθυπομετριότητας του Σημίτη και των άλλων τεσσάρων νάνων που καιροφυλακτούσαν.

Τέλος, όποιος κάνει λίγο μια φιλοσοφικοπολιτική αναστόχαση και μια κοινωνική εμβάθυνση, το συνειδητοποιεί αμέσως ως το μεγαλύτερο πολιτικό του σφάλμα κατά τον γράφοντα, όταν, αφού αναγνώρισε επί τέλους την εθνική μας αντίσταση κατά των γερμανών και ορθότατα, έσπευσε αμέσως να την κιβδηλοποιήσει, σπρώχνοντας την στην οικονομική εξαργύρωσή της, με τις αντιστασιακές συντάξεις. Ούτε μια τέτοια δεν έπρεπε να υπάρξει. Αρκούσε η ιστορική αναγνώριση.
Εκεί που φύτεψαν ένα λουλούδι στα νιάτα τους, τους έσπρωξε να το κατουρήσουν στα στερνά τους. Έτσι γράφονται οι μεγάλες σελίδες της ανθρωπότητας, ανιδιοτελέστατα.